Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Η τσίχλα των ματιών

Για όσους έχουν περάσει αρκετές ώρες διαβάζοντας «τσιτάτα» στο διαδίκτυο, ο τίτλος θα πρέπει να σας αποκαλύπτει απευθείας το θέμα. Για τους υπόλοιπους, αφού σας συγχαρώ που προτιμάτε να ασχολείστε με άλλα πράγματα, πιο ουσιώδη υποθέτω, θα αναφέρω επεξηγηματικά ότι «τσίχλα των ματιών» ή «χαζοκούτι» (πιο γνώριμο αυτό) είναι απλοί επαινετικοί χαρακτηρισμοί για αυτό που στην καθομιλουμένη ονομάζουμε απλώς τηλεόραση.

Θεωρώντας ότι η συγκεκριμένη συσκευή και οι λειτουργίες της είναι αρκετά διαδεδομένη, δε θα προχωρήσω σε κάποια εκ βαθέων ανάλυσή της, δεν έχω και τις ικανότητες προφανώς, αλλά θα προσπαθήσω να εντοπίσω ορισμένα χαρακτηριστικά της όσον αφορά την σημερινή της χρήση και σημασία. Παρόλο που προσωπικά την απεχθάνομαι και έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να παρακολουθώ, θα αποτολμήσω να ρίξω μια αντικειμενική ματιά και να δω το θέμα κριτικά, χωρίς προκαταλήψεις, αν και δεν μπορώ βέβαια να εγγυηθώ κάτι.

Η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύομαι να βρω την σωστή αρχή για ένα τέτοιο εγχείρημα. Κι αυτό διότι η τηλεόραση πλέον καλύπτει τόσους πολλούς τομείς της καθημερινότητάς μας, που θα χρειαζόταν πραγματικά να γράψουμε σελίδες επί σελίδων για να αναλύσουμε τον καθένα ξεχωριστά και την όποια επίδραση ασκούν. Επομένως υποχρεώνομαι εδώ, αν κι αυτό ίσως να εξελιχθεί και σε θετικό, να κάνω λόγο ακριβώς για την τηλεόραση ως ένα καθολικό μέσο επιρροής της κοινωνίας, μέσω αλλά ταυτόχρονα και πέρα από τις διάφορες κατηγοριοποιήσεις που μπορούν να τεθούν.

Ως γνωστόν, και γενικότερα θα φροντίσω να παραλείψω τα διάφορα προφανή που αφορούν την συγκεκριμένη εφεύρεση, δεν υπάρχει σπίτι χωρίς τηλεόραση (με ελαχιστότατες εξαιρέσεις). Η δύναμη του μέσου αυτού αρχικά είναι αυτός ο απαράμιλλος συνδυασμός της επίδρασης στις 2 βασικότερες αισθήσεις μας, την όραση και την ακοή. Ταυτόχρονα, όχι μόνο μπορούμε να απολαύσουμε το θέαμα που η τεχνολογία τόσο απλόχερα μας παρέχει, αλλά και να έχουμε μια μεγάλη γκάμα επιλογών, καθώς τα διάφορα υπάρχοντα κανάλια δίνουν την δυνατότητα μιας πολυφωνίας που δύσκολα συναντάμε σε άλλες πτυχές της ζωής μας. Αυτό από μόνο του δεν μπορεί παρά να είναι θετικό, καθώς ο κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να διασκεδάζει, να ενημερώνεται, να μορφώνεται κτλ. όπως ο ίδιος επιθυμεί σχεδόν οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Και αυτό ενισχύεται φυσικά και από την δυνατότητα του σημερινού ατόμου να μπορεί να ψηλαφίζει και να αφουγκράζεται ακόμα και τα πιο καλά κρυμμένα νοήματα, έτσι ώστε με όπλο την παιδεία του να αποφεύγει όποιους σκοπέλους προσπαθούν να δημιουργήσουν οι επιτήδειοι κεφαλαιοκράτες των καναλιών και να είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί στο έπακρον τα θετικά στοιχεία αποδιώχνοντας παράλληλα πλήρως τα αρνητικά. Ή κάπως έτσι τέλος πάντων.

Αυτή η σχέση της τηλεόρασης με τον σύγχρονο άνθρωπο λοιπόν είναι και αυτή που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ας εκκινήσουμε από το ερώτημα τι είναι αυτό που οδήγησε σε αυτή την παθιασμένη σχέση, τέτοια που ακόμα και άνθρωποι που αντιμετωπίζουν προβλήματα επισιτισμού προσηλώνονται μπροστά από αυτό το απόλυτο επίτευγμα της ανθρώπινης τεχνογνωσίας. Η δίψα για μάθηση, η περιέργεια του ανθρώπου, που τον οδήγησε ανά τις χιλιετίες στη συνεχή ανακάλυψη και δημιουργία είναι σαφώς απόρροια των αυξημένων νοητικών του ικανοτήτων ως είδος. Ανέκαθεν οι ανθρώπινες κοινωνίες, όσο τους επέτρεπαν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβιούσαν και καθόριζαν τον ελεύθερο χρόνο που θα είχαν έχοντας καλύψει τις στοιχειώδεις βιολογικές ανάγκες, γοητεύονταν από καθετί καινούριο που μπορεί να συναντούσαν στη ζωή τους και είχαν τη δυνατότητα να το επεξεργαστούν (υλικά ή νοητικά). Διαλεκτικά αυτό οδηγούσε σε μια, εμμέσως ή αμέσως, νέα θέαση του περιβάλλοντός τους και αυτή η πορεία, που διήρκησε όσο το ανθρώπινο γένος ακμάζει πάνω στον πλανήτη και θα συνεχίζεται όσο η ανθρωπότητα θα του δίνει αυτή τη δυνατότητα, έφερε την, με σκαμπανεβάσματα, ανοδική πορεία του πολιτισμού μας.

Έτσι λοιπόν με κάθε νέα ανακάλυψη και εμπειρία ο άνθρωπος αναδιαμόρφωνε την κοινωνία του στη νέα βάση, προσπερνούσε τις όποιες αντιφάσεις, καλλιεργούσε νέες κοινωνικές μορφές, πιο εξελιγμένες, που του επέτρεπαν καλύτερες συνθήκες ζωής μέσω της βελτιωμένης ποιοτικά και ποσοτικά παραγωγής (δεν μπορούμε να ισχυριστούμε φυσικά ότι ιδεατές εξελίξεις είχαμε σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, απλά λαμβάνουμε ως υπόδειγμα το βέλτιστο δυνατό της ανθρώπινης ιστορίας) και νέες συνθήκες εργασίας. Αναλογιζόμενοι αυτή την πορεία μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε το πώς η περιέργεια έγινε σύμφυτη με τον άνθρωπο, αφού αυτή έπαιζε όχι την πρωταρχικό (ο οποίος αρχικά ήταν η απλή επιθυμία κάλυψης των βασικών αναγκών) αλλά σίγουρα έναν καταλυτικό ρόλο στην επίσπευση της ανόδου του βιοτικού επιπέδου.

Αφού οι αισθήσεις μας είναι τα βασικά μέσα, με τα οποία καλύπτουμε αυτή την πτυχή της ζωής μας αυταπόδεικτα πλέον η τηλεόραση μας ελκύει για έναν σαφώς θετικό λόγο. Οφείλω να ομολογήσω ότι κάνω την παρατήρηση αυτή μετά φόβου, καθώς μπροστά σε αυτή την καταπληκτική δικαιολογία σίγουρα οι μισοί ήδη θα έχετε φύγει για να λάβετε ενεργό μέρος στην τρομερή αυτή ευκαιρία για κοινωνική εξέλιξη. Είμαι όμως υποχρεωμένος να συνεχίσω για τους υπόλοιπους.

Θα περίμενε κανείς εκ των παραπάνω ότι η τηλεόραση, προϊόν μιας σαφώς ανεπτυγμένης τεχνολογικά και πολιτιστικά κοινωνίας, θα συνέχιζε αυτή την «παράδοση» που περιγράψαμε παραπάνω και μάλιστα θα την προωθούσε ακόμα περισσότερο. Ικανοποιώντας δηλαδή την θέληση για μάθηση και γνώση θα δημιουργούσε άτομα ενημερωμένα, σκεπτόμενα, συνειδητοποιημένα, με πνευματική εγρήγορση και κριτική σκέψη. Ο δυνητικός πλούτος πληροφοριών θα άνοιγε ευρύτατα πεδία στην προωθημένη σκέψη και θα έστρωνε τον δρόμο για μια κοινωνική αλλαγή, επιτεύξιμη από το μεγάλο σύνολο του πληθυσμού.

Αντ’ αυτού όμως τι αντικρίζουμε; Δισεκατομμύρια ανθρώπους ανά την υφήλιο όχι μόνο να παρακολουθούν αποχαυνωμένοι από τον καναπέ τους (ή την καρέκλα τους, το πάτωμά τους, το χώμα τους ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο) ώρες ολόκληρες, ακόμα και ενόσω κοιμούνται, τα διάφορα τηλεοπτικά προγράμματα, αλλά ταυτόχρονα να μην παρουσιάζουν κανένα σημάδι κοινωνικής ωρίμανσης, να μην στέλνουν κανένα ελπιδοφόρο κοινωνικό μήνυμα και εν τέλει όχι απλά να μην δραστηριοποιούνται αλλά αντιθέτως να μεταμορφώνονται σε παθητικά άβουλα όντα, χωρίς ενδιαφέροντα, χωρίς πρωτοβουλίες, χωρίς ενεργό εγκέφαλο.

Νομίζω πρέπει να αναρωτηθούμε «γιατί και πώς ένα αναμφίβολα πρωτοποριακό μέσο, που υποσχόταν σημαντικές θετικές αλλαγές κατέληξε να αποτελεί μια μάστιγα που απειλεί την ίδια την ύπαρξη της ανθρώπινης σκέψης, ένα είδος αρρώστιας που απλά πατάει το off στις λειτουργίες του μυαλού;» (εντάξει προφανώς είμαι λιγάκι υπερβολικός, αλλά πάνω κάτω, ας το παραδεχτούμε, αυτό κάνει). Αρχικά θεωρώ ότι αυτή η εξέλιξη έχει να κάνει με την γενικότερη αλλοτρίωση των σημερινών κοινωνιών.

Όσον αφορά λοιπόν την τηλεόραση δύο είναι τα σημεία στα οποία θα ήθελα να σταθώ. Το πρώτο είναι η γενικότερη έλλειψη διεξόδων στην καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου και το δεύτερο η αδυναμία να εκμεταλλευτεί ακόμα και αυτές τις λίγες που δημιουργούνται. Έτσι, βλέπουμε μια κοινωνία με δυνατότητες που φάνταζαν επιστημονική φαντασία πριν από λίγα μόλις χρόνια να διαβιεί σε συνθήκες που προφανώς δεν ταιριάζουν στην εξέλιξη των μέσων παραγωγής, μια απίστευτη και αναίτια σπατάλη παραγωγικών δυνάμεων και εκμεταλλεύσιμων φυσικών πόρων που οδηγεί σε μια καθημερινή ρουτίνα- αγώνα επιβίωσης. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα τόσο η διαρκής «μάχη» του ανθρώπου (την οποία εμείς στον «ανεπτυγμένο κόσμο» δεν μπορούμε να βιώσουμε απόλυτα σε σύγκριση με το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού) όσο και η αντίφαση που περιγράψαμε προηγουμένως οδηγούν σε μια κατάσταση όπου, όπως ανέφερα και προηγουμένως, η τηλεόραση φαντάζει η μόνη διαφυγή, το μόνο μέσο που υπόσχεται απόλυτη ελευθερία επιλογών.

Όταν όμως κανείς δεν έχει μάθει πώς να αξιοποιεί την ελευθερία του σε πραγματικές συνθήκες, όταν γνωρίζει την έννοια της ελεύθερης επιλογής μόνο από τις ταινίες του Hollywood και τα διάφορα best seller βιβλία με τους φανταστικούς ήρωες που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους (και αυτό είναι μάλλον που τους κάνει ήρωες στα μάτια μας), τότε πώς μπορεί κάποιος να περιμένει ότι θα βρεθεί η δύναμη από κάποιον να ελέγξει τη δύναμη ενός μέσου με τόσες δυνατότητες; Το αναμενόμενο είναι μάλλον ακριβώς το αντίθετο: η ίδια η δύναμη της τηλεόρασης στρέφεται τελικά ενάντια σε μια ανήμπορη να την ελέγξει κοινωνία, εκμεταλλευόμενη από ιδιώτες και φυσικά τα ίδια τα κράτη σε μια «εκστρατεία» μαζοποίησης, πλύσης εγκεφάλου, νέκρωσης της πνευματικής εγρήγορσης και της δημιουργικής σκέψης. Είναι άλλωστε γνωστό ότι κανένα ανταγωνιστικό σύστημα, όπως είναι ο καπιταλισμός, δεν επιθυμεί σκεπτόμενους πολίτες.

Οδηγούμαστε λοιπόν στην καταστροφολογία; Δεν είμαστε, δεν ήμασταν και δε θα είμαστε ποτέ έτοιμοι να αποκομίσουμε θετικά από την τηλεόραση ή από αντίστοιχες τεχνολογικές καινοτομίες; Είμαστε έρμαια εκμεταλλευτών που καθορίζουν τη ζωή μας εν αγνοία μας; Δε νομίζω. Η τεχνολογική εξέλιξη είναι σύμφυτη με την σύγχρονη κοινωνία και κουλτούρα. Η ανθρωπότητα είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει την τηλεόραση θετικά. Άλλωστε όπως είχε πει και ο Καρλ Μαρξ καμιά κοινωνία δε δημιουργεί προβλήματα τα οποία δεν μπορεί δυνητικά να λύσει. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα μας τα προβλήματα, όλες μας οι δυσκολίες, οτιδήποτε φαντάζει αδύνατο να βελτιωθεί στην πραγματικότητα υπάρχει για να βρει την λύση του. Οποιαδήποτε στιγμή είμαστε ικανοί να φτύσουμε την τσίχλα που δεν μας αρέσει και να μην την ξαναχρησιμοποιήσουμε (όχι την συγκεκριμένη που φτύσαμε προφανώς, γενικότερα τις τσίχλες). Και αυτό δε θα σημαίνει εξάλειψη της τσίχλας ως παραγώγιμο είδος. Θα οδηγήσει σε βελτίωσή της γεύσης τους και της ποιότητάς τους. Το ερώτημα είναι, τι είναι τελικά αυτό που μας αρέσει;

Χρόνια Πολλά!

Όχι όχι δε γιορτάζουμε κάτι. Στις 20 Ιουλίου δε γιορτάζουμε κάτι. Δηλαδή σύμφωνα με το χριστιανικό εορτολόγιο γιορτάζουν οι: Ηλίας, Λιας, Ηλιάκος, Λιάκος, Λίτσος, Λιάκουρας, Ηλιάνα, Λιάνα αλλά μετά βαθύτατης λύπης οφείλω να ομολογήσω ότι δεν απευθύνομαι σε κανέναν τέτοιον (αν και αναμφίβολα μέσα στους εκατομμύρια αναγνώστες του blog θα υπάρχουν και άτομα με αυτά τα ονόματα). Από την άλλη ίσως να ήταν θεμιτό να γιορτάσουμε την 458η επέτειο ασίγαστης αποτρόπαιης ανθρώπινης ηλιθιότητας ή αλλιώς να ευχηθούμε για την πρώτη φορά από την μέρα που ξεστομίστηκε αυτή η απαίσια φράση (τυχαίος είναι ο αριθμός). Αλλά δεν πρόκειται για καμία ευχή πάνω σε αυτόν τον πλανήτη να χρησιμοποιήσω το «χρόνια πολλά».

Τώρα θα μου πείτε προς τι τέτοιο μίσος για μια απλή ευχούλα. Πρώτα απ’όλα επειδή αδυνατώ να την κατανοήσω. Και δεν πιστεύω ότι είμαι ο μόνος. Τόσα χρόνια μας πιπιλάνε τα αυτιά για το πόσο δύσκολη είναι η ζωή, ότι πρέπει να δουλεύουμε, να ανεχόμαστε διάφορα άσχημα και άδικα πράγματα, ότι τα γηρατειά είναι γεμάτα δυσκολίες. Φυσικά, παρ’όλα αυτά, η ζωή είναι πολύ ωραία. Βεβαίως είναι ωραία, φαίνεται όταν από τα 70 θα πρέπει να ξοδεύεις ολόκληρο το τεράστιο ποσό της σε λίγα χρόνια ανύπαρκτης κοινωνικής πρόνοιας σε φάρμακα (για να μην μιλήσω για νωρίτερα). Γιατί λοιπόν να ζήσουμε χρόνια πολλά; Για να βασανιζόμαστε; Ποιος τέλος πάντων μπορεί να μου εξηγήσει αυτή την αντίφαση;

Από την άλλη θα με πούνε απαισιόδοξο. Γιατί βασανιζόμαστε; Πού ζούμε δα; Σε καμιά αλλοτριωμένη κοινωνία; Σε μια εποχή που ένα μάτσο παραλληλόγραμμα χαρτιά αξίζουν περισσότερο από την ζωή ενός έμβιου όντος; Σε έναν κόσμο που οι λέξεις αρμονία και ευτυχία είναι ταυτόσημες με την ουτοπία; Ε όχι, είμαι απαισιόδοξος που τα λέω αυτά. Ας ζήσουμε χρόνια πολλά και ας απολαύσουμε αυτό τον υπέροχο πλανήτη που χε την μεγάλη τύχη να έχει τον άνθρωπο στην κορυφή της τροφικής του αλυσίδας.

Ναι νευριάζω. Νευριάζω επειδή έχουμε καταφέρει να καταστρέψουμε ακόμα και τις ευχές μας. Γιατί ακόμα και μια απλή καλοπροαίρετη φράση έχει καταλήξει να μην έχει νόημα. Να λέμε χρόνια πολλά από συνήθεια, χωρίς να καταλαβαίνουμε τι λέμε. Δεν μας ενδιαφέρει αν θα είναι χρόνια καλά, εποικοδομητικά, χρόνια προόδου, εξέλιξης, βελτίωσης. Αρκεί να είναι πολλά. Έτσι, για να χουμε να πούμε κάτι.

Δε θα μιλήσω καν για το θέμα της δεισιδαιμονίας. Προφανώς και επειδή λέμε την ευχή αυτό δε σημαίνει ότι θα πιάσει. Αλλά εδώ εξετάζουμε απλά την τυπικότητα της φράσης. Και μάλιστα την κραυγαλέα αρνητικά χρωματισμένη τυπικότητα. Γιατί είναι άλλο να μην πιάνει μια ευχή και άλλο να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μην πιάσει. Όταν ευχόμαστε χρόνια πολλά σε έναν άνθρωπο και την ίδια στιγμή καταστρέφουμε οι ίδιοι την κοινωνία μας, όταν του παίρνουμε για δώρο ό,τι πιο άχρηστο έχει σκεφτεί ο ανθρώπινος νους, απλά και μόνο επειδή το παρασκευάζει η αγαπημένη μας εταιρία με εργοστάσια απαρτισμένα από 6χρονα του τρίτου κόσμου (εμείς είμαστε ο πρώτος, κάνουμε ό,τι θέλουμε στους κατώτερους) και ταυτόχρονα διαβιούμε σαν να παίζουμε τα αλλοτριωμένα ρομποτάκια και υποσκάπτουμε την ίδια μας την ζωή και την ζωή των επόμενων γενιών, τότε ποιο είναι ακριβώς το νόημα της ευχής;

Δε θα πω ούτε για το πώς οι γιορτές έχουν απλά καταλήξει να αποτελούν την μοναδική μας διέξοδο από την μιζέρια της καθημερινότητας, ότι έχουμε καταλήξει τόσο μικρόψυχοι, τόσο δυστυχισμένοι, τόσο αποπροσανατολισμένοι, που μια επίφαση χαράς μας αγγίζει με το πρώτο υποκριτικό χαμόγελο, με την πρώτη ψεύτικη καλή κουβέντα. Δε θα το πω γιατί πάλι θα κατηγορηθώ για απαισιοδοξία. Αλλά πώς ακριβώς τα χρόνια πολλά υποτίθεται ότι μας κάνουν να ξεχνάμε τέτοια πράγματα; Αν ζήσω χρόνια πολλά και είναι ίδια κατ’ ουσίαν το ένα με το άλλο, θέλει αρκετή προσπάθεια για να μην καταφέρω να ανακαλύψω μόνος μου τέτοιες πικρές αλήθειες. Μήπως ταυτόχρονα με την ευχή μακροβιότητας ευχόμαστε και χρόνια τύφλωση, γρήγορο αλτσχάιμερ ή κάποιου είδους περίεργη ασθένεια που προκαλεί φυγή από την πραγματικότητα; Ίσως να έπρεπε. Αλλά μάλλον εννοείται, οπότε δεν υπάρχει λόγος να διαιωνίσουμε άλλη μια απαίσια τυπικότητα.

Και δηλαδή να μην ευχόμαστε; Θα ήταν λύση αυτό; Δε νομίζω ότι το να μην ευχόμαστε θα οδηγούσε σε κάποια άμεση καταστροφή του πλανήτη, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι στην παρούσα φάση το να σταματήσουμε να ευχόμαστε δε θα άλλαζε κάτι προς το θετικό. Άρα όχι, αυτή η ισοπέδωση δεν αποτελεί την προτεινόμενη λύση μου. Θα έλεγα μάλιστα ότι ούτε καν το χρόνια πολλά ως φράση δεν υφίσταται στη σκέψη μου ως πρόβλημα. Αυτό που είναι πρόβλημα είναι η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να κατανοήσει ακόμα και τα πιο αυτονόητα πράγματα, όπως ότι μια ευχή έχει αξία όταν την εννοείς. Το να επαναλαμβάνεις σε όλο τον κόσμο 2 λεξούλες απροσδιόριστου νοήματος επειδή έτσι σου έμαθε η προγιαγιά σου δε σημαίνει ότι είσαι καλύτερος άνθρωπος ή ότι επιτέλεσες κάποιου είδους κοινωνικό έργο. Μάλλον προσπαθείς να βγεις από την υποχρέωση παρά να ευχηθείς. Αυτό δείχνει το ποιόν των ανθρώπινων σχέσεων όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα από χρόνια αλλοτριωμένων σχέσεων εργασίας και κατ’ επέκταση αλλοτριωμένων σχέσεων κοινωνικοποίησης και ικανοποίησης απλών αναγκών.

Αν έπρεπε να κάνω μια λίστα με 3, 5, 10 πράγματα που θα έπρεπε να αλλάξουν στον κόσμο, οι ευχές δε θα συγκαταλέγονταν μέσα σε αυτήν. Και αν ήθελα να προτείνω λύσεις για να αλλάξει αυτή η παρακμιακή κατάσταση του σήμερα οι ευχές δε νομίζω ότι θα με απασχολούσαν σε πρώτη φάση. Όμως αν είναι μια ακόμα συνιστώσα στο εποικοδόμημα, η απλοϊκότητά της την κάνει τουλάχιστον πρόδηλο στόχο για μια πρώτη κίνηση προς την πρόοδο.

Όσο κι αν ήμουν απαισιόδοξος σε όλο το κείμενο, όσο κι αν πικρόχολα σε κάποια σημεία προσπάθησα να υποβαθμίσω το νόημα που έχουν οι ευχές, θέλω απλά να δηλώσω ότι οι λέξεις και οι φράσεις νοηματοδοτούνται περισσότερο από το περιεχόμενο που τους δίνουμε παρά από κάποιου είδους αυθύπαρκτη θετική ή αρνητική χροιά. Αν μπορούσα να χαρακτηρίσω την ευχή περί της οποίας γίνεται λόγος με ένα επίθετο, θα την χαρακτήριζα ως «καμένη». Γιατί πλέον δύσκολα στο μυαλό μας μπορεί να εκλάβει άλλες διαστάσεις πέρα από τις απλές τυπικές που της έχουμε αποδώσει. Είμαι της πεποίθησης ότι οι ευχές και τα λόγια μας γενικότερα οφείλουν να ανταποκρίνονται στις πράξεις μας, αλλιώς είναι απλά υποκριτικά, είτε θέλουμε να το δεχτούμε είτε όχι. Διαφωνώ με την ύπαρξη των διαφόρων γιορτών εν γένει, πιστεύω ότι κάθε μέρα είναι μια γιορτή και ταυτόχρονα μια κοπιώδης (με την καλύτερη έννοια) ευκαιρία για πρόοδο. Αλλά για οποιονδήποτε λόγο κι αν καλούμαστε να ευχηθούμε πιστεύω ότι πρέπει πάνω από όλα να είμαστε ειλικρινείς τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τους άλλους, τα «αντικείμενα» των ευχών μας. Για αυτό ή θα πρέπει να πάψουμε να λέμε «χρόνια πολλά» ή να κάνουμε κάτι για να μεταφράσουμε αυτά τα λόγια σε πράξη.

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Το πέρασμα σε μια άλλη εποχή

Αν και δε θα θελα πάλι να ξεκινήσω μιλώντας για μένα, αναγκάζομαι εκ των συνθηκών να το κάνω, όχι για κάποιον άλλο λόγο αλλά απλά διότι δεν μπορώ να σκεφτώ πιο κατάλληλο τρόπο να σας εισάγω στο θέμα. Σήμερα λοιπόν ήταν η ορκωμοσία μου. Και πέρα από τα συγχαρητήρια και τα μπράβο που αναμφίβολα μου αξίζουν και με κάνουν να νιώθω περήφανος και μαγεμένος από την αγάπη σας και την ευτυχία του πλανήτη για αυτό μου το επίτευγμα νιώθω την ανάγκη να παραθέσω ορισμένες σκέψεις μου όσον αφορά αυτό το συμβάν.

Η αστική κοινωνία και η νοοτροπία που έχει υποβάλλει ως θέσφατο στον σημερινό άνθρωπο δεν του επιτρέπει φυσικά να αμφισβητήσει τέτοιου είδους χαρές και πανηγύρια, ειδικά εφόσον έχουν να κάνουν με την εκπαίδευση, την μόρφωση, το πέρασμα σε ένα ανώτερο στάδιο της ζωής. Και βέβαια δε διεκδικώ δάφνες προοδευτικής ποιότητας ως ο μόνος που μπορώ να φέρω αντίρρηση σε αυτό. Απόδειξη το ότι μέχρι στιγμής δεν μου είχε περάσει ποτέ κάτι τέτοιο από το μυαλό. Το σημερινό «σοκ» όμως ήταν μια αφορμή να κάνω λίγο ακόμα πέρα τα άπειρα μικροαστικά μου κατάλοιπα και να δω κριτικά και αυτή την τόσο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του σύγχρονου πολιτισμένου πεπαιδευμένου και πάνω απ’όλα επιτυχημένου ανθρώπου.

Βλέποντας το πτυχίο (τα 2 αντίγραφά του συγκεκριμένα) ένιωσα κάπως περίεργα. Και ειδικά μετά από την διαδικασία που είχε προηγηθεί, της οποίας τον όρκο και το όλο κλίμα δε θα ήθελα να σχολιάσω, διότι ελπίζω να χετε όλοι σας τη χαρά κάποια στιγμή να παραβρεθείτε σε μια τέτοια εκδήλωση και να αντικρύσετε μόνοι σας την γελοιότητα που μπορεί απλόχερα να χαρίσει ο κραυγαλέος αστικός συντηρητισμός. Συνειδητοποίησα όμως ότι μικρή είναι η διαφορά μεταξύ της μικροαστικής απόδειξης γνώσεων και της επίσης μικροαστικής απόδειξης χρηματικών ανταλλαγών και έγκειται κυρίως στο ότι η πρώτη είναι πιο απεχθής, πιο φαιδρή, πιο αλλοτριωμένη, πιο προσβλητική για το ανθρώπινο πνεύμα και την ανθρώπινη εξέλιξη.

Παίρνοντας στα χέρια μου όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά που αποδεικνύουν τις γνώσεις μου πάνω στο αντικείμενό μου ήταν σαν να παίρνω απόδειξη για το καινούριο μου σκουπάκι τουαλέτας. Και για όσους δεν κατάλαβαν την αναλογία ή βαριούνται να την σκεφτούν, αν η λεκάνη είναι η κοινωνία και η απόδειξη το πτυχίο, μαντέψτε ποιος είναι το σκουπάκι. Όταν μάλιστα η λεκάνη έχει ήδη το μαύρο της το χάλι, τι να σου κάνει το καημένο;

Όταν οι ανθρώπινες σχέσεις παρακμάζουν δεν μπορεί παρά να έχουμε ως αιτία και ταυτόχρονα αποτέλεσμα και την παρακμή της κοινωνίας. Σε μια εποχή τόσων δυνατοτήτων επικοινωνίας το να στηρίζεται η πρόοδος σε απλά χαρτιά είναι μάλλον αναχρονιστικό και λυπηρό. Καλούμαστε να επιδεικνύουμε σωρούς εγγράφων παρά να μιλάμε, να γράφουμε, να συνεννοούμαστε ανθρώπινα. Και όταν αυτό γίνεται κουλτούρα, όταν επικροτείται, όταν δεν τίθεται θέμα αμφιβολιών ως προς την ορθότητα και την αποτελεσματικότητά του, τότε είναι σαν να καταδικάζουμε τις ανθρώπινες σχέσεις και την εξέλιξη της ανθρωπότητας σε απροσωπία.

Οι γνώσεις δε χρειάζονται αποδεικτικά. Όταν υπάρχουν αυτό φαίνεται στο ποιόν του καθενός, η παιδεία φαίνεται στην ικανότητα του ατόμου να νιώθει ευτυχισμένο στην κοινωνία του, ακόμα κι όταν οι καταστάσεις είναι δύσκολες. Αποδεικτικά χρειάζονται μόνο αυτοί που δεν έχουν άλλο τρόπο να δείξουν ότι ξέρουν, όσοι ουσιαστικά δεν αξίζουν πραγματικά μια τέτοια απόδειξη. Και όταν κάποιος που δεν αξίζει παίρνει τέτοιο δώρο από την κοινωνία του μεταμοντερνισμού και του νεοφιλελευθερισμού, όταν μάλιστα νιώθει μια διάχυτη ευτυχία για αυτή του την επίτευξη, τότε γίνεται κι αυτός μέρος της. Η εκπαίδευση που στρέφει τους ανθρώπους στην υποστήριξη των δεδομένων αρχών και όχι στην πρόοδο και την εξέλιξη είναι μια εκπαίδευση στραμμένη στον συντηρητισμό, στραμμένη στον αναχρονισμό, στραμμένη στην απώλεια κάθε οράματος για βελτίωση.

Επομένως δεν μπορώ πλέον να πιστέψω ότι η αλλαγή μπορεί να επέλθει από μια αλλοτριωμένη πλέον εκπαίδευση. Οι νέες ιδέες δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορούν εύκολα να προέλθουν από τον χώρο αυτόν ή τουλάχιστον πρέπει σταδιακά να κατανοήσουμε ότι οι ελπίδες για αλλαγή οφείλουν σταδιακά να βρεθούν αλλού. Χωρίς να αρνούμαι προσωπικά την προσπάθεια, χωρίς να έχω διάθεση να εγκαταλείψω, θεωρώ πλέον δεδομένο ότι ο ακαδημαϊκός χώρος μπορεί να λειτουργήσει μόνο βοηθητικά προς μια νέα κατεύθυνση. Η μόνη άλλη λειτουργία που μπορεί να επιτελέσει είναι δυστυχώς η ανασταλτική.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ



Ο πυρήνας της σκέψης είναι η επιχείρηση!!! Τι άλλο θα ακούσω ο καημένος???
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή για να καταλάβουν όλοι περί τινός πρόκειται. Χτες ήρεμος και ωραίος έτυχε να βρεθώ σε μια συζήτηση για έναν ραδιοφωνικό σταθμό που έχουμε εγώ και η παρέα μου στο διαδύκτιο. Καθώς η συζήτηση κυλούσε αν όχι ήρεμα και ωραία, τουλάχιστον υποφερτά ακούστηκε καθώς εξηγούσα πως βλέπω θεωρητικά την ενέργεια αυτή, η επίμαχη φράση. Σάστισα, γιατί προφανώς το μυαλό του συγκεκριμένου ανθρώπου ήταν και είναι κολλημένο σε μια νέα ηθική που επικρατεί τα τελευταία καπιταλιστικά χρόνια και δεν είναι άλλη από το κέρδος. Πλέον οι άνθρωποι δεν κάνουν τίποτα που να μην έχει σχέση με αυτό. Ακόμα και οι φιλανθρωπίες,  που κατά την προσωπική μου άποψη είναι δήθεν, έχουν στο αρχικό τους πλάνο το κέρδος είτε άμεσα είτε, όπως γίνεται τις περισσότερες φορές έμμεσα. Εδώ θέλω να ρωτήσω κάτι. Έχουν όλοι αυτοί κάτσει σκεφτεί πως βοήθα τον άνθρωπο αυτό? Τον βοήθα στην ανάπτυξη του να έχει τρία κινητά, δυο πισίνες, πέντε τηλεοράσεις, δυο υπολογιστές, το άχρηστο μαχαίρι που κόβει την ντομάτα τρεις φορές πιο γρήγορα από το κανονικό μαχαίρι, τρία σπίτια, την σούπερ καφετιέρα που φτιάχνει και τοστ? Θα μου πείτε δικαίωμα τους. Εντάξει και δικό μου δικαίωμα είναι μια μέρα να τρελαθώ, γιατί και αυτοί τρελοί είναι, να πάω σε έναν παιδοβρεφικό σταθμό να βιάσω όλα τα μωράκια εκεί μέσα και μετά να τα σκοτώσω αργά και βασανιστικά με το ίδιο καταπληκτικό μαχαίρι που όντως κόβει την ντομάτα τρεις φορές πιο γρήγορα. Αυτό όμως είναι παράνομο γιατί είναι άμεσο και έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Ενώ όταν με την αγορά πέντε τηλεοράσεων, που είναι έμμεσο, καταδικάζεις εφτά παιδία από έναν άλλο βρεφικό σταθμό στον Παναμά σε ασιτία και εντέλει στο θάνατο δεν είναι??? Χτες στην ελληνική κρατική τηλεόραση είχε ένα ντοκιμαντέρ, που αμφιβάλλω αν το είδαν αρκετά άτομα γιατί προφανώς εκείνη την ώρα είχαν να πνίξουν την ματαιοδοξία σε κανένα χαζοράαλιτη για τις πλούσιες χαζογκόμενες της πρωτεύουσας, που είχε σαν θέμα τις ευρωπαϊκές μεγαλοεταίριες που κλέβουν το φαΐ των φτωχών στις δυτικές ακτές της Αφρικής. Και ρωτάω  εγώ ο ηλίθιος, πρέπει να κάτσω άπραγος και να βλέπω τύπους που ζυγίζουν εκατόν εβδομήντα κιλά να μασουλάνε ασταμάτητα και ξεκοκαλίζουν δυο κιλά ψαριά και ηλίθιες κυράτσες της γειτονίας να ταΐζουν αδέσποτα κωλογατιά γιατί και αυτά ψυχή έχουν!, ενώ πεθάνουν παιδία επειδή δεν έχουν να φανέ μήνες ένα κομμάτι ψωμί; Αλλά βέβαια αυτά τα παιδία έχουν διαφορετικό χρώμα δέρματος και είναι και παρά πολύ μακριά ενώ το Μιλάνο που πάνε όλες αυτές οι κύριες για να αγοράσουν γούνα φτιαγμένη από ρακούν και όχι από την γατούλα τους είναι κοντά. Αλλά τώρα που η ‘δίαιτα’, τους χτυπά την πόρτα κατεβούν όλοι μαζί σαν τα ζώα να αγανακτήσουν αναρτώντας «δεν πωλείται» στις τούρκικες φύλακες που θαυμάζουν τόσο πολύ σαν εθνικό μνημείο! Όλα αυτά γιατί ο πυρήνας της σύγχρονης σκέψης πρέπει αναγκάστηκα να είναι η επιχείρηση και το κέρδος! Ε άμα είναι έτσι ρε παιδία ε εντάξει. Μην κατηγορούμε όμως τα πρεζάκια, τους ψυχοπαθής δολοφόνους που περιέγραψα παραπάνω και τους παιδεραστές γιατί αυτοί είναι απλά τα αποτελέσματα μιας σάπιας, παρακμάζουσας κοινωνίας που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι μια τυχαία σειρά από νούμερα στην τράπεζα που όσο μεγαλύτερη είναι τόσο πιο ευτυχισμένοι είναι. Αυτό που ουσιαστικά θέλω να πω είναι πως με την εξέλιξη της κοινωνίας πρέπει να εξελιχθούν και οι νόμοι της έτσι ώστε να μην αποβλέπουν μόνο στις άμεσες ενέργειες αλλά και στις έμμεσες. Πως έγινε π.χ με τους ναζί που καταδικάσθηκαν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας έτσι πιστεύω πως και αυτές οι μεγάλες πολυεθνικές πρέπει να καταδικαστούν και μαζί τους όλη η νοοτροπία του κέρδους που έχουν αναπτύξει. Είμαι ονειροπόλος; Μπορεί. Μακάρι να ήταν όλοι έτσι!

ΑΡΝΗΣΗ ΛΟΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ



Καλημέρα, καλησπέρα ό,τι θέλετε τελοσπάντων, σε όλους εσάς που θα βρεθούν απέναντι σ’ αυτό το κείμενο. Δεν είμαι εδώ για να κατηγορήσω για μια ακόμη φορά αυτόν τον τόσο άδικο, άσχημο, ανεπαρκές κόσμο στον οποίο υποτίθεται ότι ζούμε αλλά για να υποδείξω το προφανές. Το προφανές που την σημερινή εποχή, μην ξέροντας γιατί, θεωρείται κάτι σπουδαίο και θεωρείται σπουδαίο γιατί απλά οι άνθρωποι πλέον αρνούνται την ίδια τους την σκέψη, φοβούνται ακόμη και τον ίδιο τους εαυτό. Η αυτοκριτική δεν θεωρείται πλέον αρετή αλλά περιττή για την εξέλιξη του ανθρώπου. Και ρωτάω πως είναι αυτό δυνατόν; Μόνο με την άρνηση της λογικής σκέψης! Άρνηση της λογικής σκέψης δεν είναι άλλο από το να πω ότι το άσπρο είναι μαύρο και για όλους εσάς που σας τυφλόνουν οι χαζοιδεες του νεοφιλελευθερισμού έχω να πω το εξής ότι ζούμε σε κοινωνία και αν δεν έχουμε σταθερές για να επικοινωνούμε τότε δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά μια αγέλη από ζώα που απλά προσπαθούν να επιβιώσουμε, αν σας αρέσει αυτό καλώς αλλά να ξέρετε ότι οι απόψεις σας  είναι λόγια του αέρα και δεν ευσταθούν στην ευημερία και εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Νεοφιλελευθερισμός, τι μπούρδα!!! Πραγματικά ποιος σκέφτηκε μια τέτοια βλακεία? Εντάξει καταλαβαίνω ότι όλοι οι άνθρωποι λόγο της δυσβάσταχτης καθημερινότητας βαριούνται κάποια στιγμή και σκέφτονται βλακείες για να περάσει λίγο πιο ευχάριστα ο χρόνος αλλά κανείς δεν εφαρμόζει αυτές τις βλακείες στην ζωή του και πόσο μάλλον στις ζωές των άλλων. Για παράδειγμα χτες σκέφτηκα να κάνω το σχοινί που κρεμάμε τα ρούχα καταπέλτη για μανταλάκια, βλακεία αλλά δεν είπα ότι ναι έτσι τελικά πρέπει να χρησιμοποιείται αυτό το σχοινί γιατί ξέρω ότι είναι λάθος και μεγάλη ανοησία να υποστηρίξω κάτι τέτοιο γιατί σκέφτομαι λογικά. Γιατί λοιπόν και αυτός που σκέφτηκε αυτή την μπούρδα δεν έβαλε την λογική στον συλλογισμό του και να πει ότι είναι λάθος? Αν είναι δυνατόν νεοφιλελευθερισμός της ελεύθερης αγοράς!!! Ιδέες που υπερισχύουν την ανθρώπινη ύπαρξη για χάρη των αριθμών και των υλικών αγαθών. Αναφέρθηκα σ’ αυτό για να δείξω την απουσία ουσιαστικά όχι μόνο της λογικής σκέψης αλλά τελικά γενικότερα της σκέψης. Είμαστε πια ζώα που δεν σκέφτονται. Ο παραλληλισμός μας με κοπάδι που πάει στην σφαγή είναι τελικά ο πιο εύστοχος των τελευταίων ετών και οποίος το καταλαβαίνει ανεξαρτήτως των πολιτικών του πεποιθήσεων έχει κάνει το πρώτο βήμα προς την εξέλιξη αυτής της κοινωνίας. Όλοι όσοι το αρνούνται είναι απλά ηλίθιοι. Καμία ανοχή προς αυτούς. Βαρέθηκα πια να ανέχομαι βλακείες και ουσιαστικά να παραγκωνίζομαι και περιθωριοποιούμαι στο όνομα της ελευθέριας του λόγου. Κάθε τι βλακώδες και χωρίς πραγματική σκέψη πρέπει να ξεριζώνεται και να αφήνεται πίσω χωρίς να του δίνεται βαρύτητα. Και οποίος βλάκας πει και ποιος είμαι εγώ να για να πω τι θα κάνουμε είναι απλά είναι κομπλεξικός και δεν κατάλαβε καν το ύφος του κειμένου και καλύτερα θα ήταν να σταματήσει να διαβάζει εδώ γιατί δεν πρόκειται να αλλάξω ύφος ή γίνω πιο συγκαταβατικός μιας και επόμενο θέμα είναι η καταραμένη θρησκεία. Θρησκεία άλλο ένα μεγάλο χαζό κατασκεύασμα ενός νοσηρού μυαλού που απαρνήθηκε την λογική. Χιλιάδες μπορεί και εκατομμύρια ιδέες να έχουν διατυπωθεί για αυτό το πράμα. Τι είναι θησεία, σε τι εξυπηρετεί, αν μπορούμε να την ανάγουμε έτσι ώστε να αντιπροσωπεύει τον θεό και αλλά πολλά ερωτήματα που πραγματικά αρνούμαι να απαντήσω γιατί πιστεύω ότι στην τελική είναι ανούσια και δεν εξυπηρετούν κάπου. Έχω ακούσει και έχω ακούσει πράματα για αυτήν την γενικότερη πίστη κάπου, ‘δηλαδή εσύ δεν πιστεύεις πουθενά και πως ζεις και πως εξηγείς τα ανεξήγητα και τα λοιπά. Ρε βλάκες δεν έχω και δεν πιστεύω πως κάποιος νοήμων άνθρωπος έχει την ανάγκη να εξηγεί ότι δεν καταλάβει με πράγματα που δεν υπάρχουν. Αυτά που βλέπω τα εξηγώ με αλλά πράγματα που κοιτά να δεις πάλι βλέπω!!! Και αυτά που δεν καταλαβαίνω ή δεν βλέπω προσπαθώ να τα εξηγήσω με κάτι που λέγεται λογική σκέψη. Αν εσείς την ονομάζεται θρησκεία τότε εσείς κάνατε λάθος γιατί έχει ήδη δοθεί ονομασία γι’ αυτό. Είναι σαν λέω το μήλο πορτοκάλι. Όχι το μήλο είναι μήλο και το πορτοκάλι πορτοκάλι. Κάπου εδώ νομίζω ότι έφτασα στο τέλος μιας και αρχίζω όπως φαίνεται να χάνω την ψυχραιμία μου και δεν πρέπον, όχι τουλάχιστον όταν γράφεις ένα κείμενο. Αν το ανάγνωσμα αυτό σας ξίνισε την μούρη, σας εκνεύρισε έστω στο ελάχιστο τότε πραγματικά πέτυχα τον στόχο μου, αν από την άλλη σας άφησε παγερά αδιάφορους τότε πρέπει να βρείτε κάτι άλλο για να σας εκνευρίσει μπας και επιτέλους αφυπνισθείτε από τον λήθαργο της ανοησίας σας γιατί αν πρέπει κάτι να κάνουμε στην τελική είναι να νευριάσουμε και να σκεφτούμε τι δεν μας αρέσει και επιτέλους να δραστηριοποιηθούμε!!!!

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

ΓΕΝΙΚΑ

Χωρίς να έχω τι να κάνω, είπα να θυμηθώ ότι έχω και ένα blog και να γράψω κάτι για να περάσει η ώρα. Ο τίτλος πιστεύω είναι χαρακτηριστικός ως προς το περιεχόμενο του παρόντος κειμένου, και σε περίπτωση που τρέφετε αυταπάτες ότι μπορεί όντως να γράψω κάτι γενικό, θα σας τις διαλύσω αμέσως διαβεβαιώνοντάς σας ότι απλά δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα θα γράψω. Εξού και ο τίτλος.

Τώρα βέβαια, βγαίνει κείμενο έτσι; Μάλλον δύσκολα. Γιατί άντε να γράψω μια παράγραφο, άντε να γράψω δεύτερη, μετά τι θα λέω; Χάνει και το ενδιαφέρον του το κοινό και αποχωρεί και μένει και αυτό αλλά και ο συγγραφέας απογοητευμένος από την όλη έκβαση του πονήματος. Ας προσεγγίσουμε λοιπόν την πραγματικότητα και ας οδηγηθούμε συνειρμικά σε κάποιο σχετικό θέμα.

Είναι καλοκαίρι. Το καλοκαίρι στην Ελλάδα το χουμε εν πολλοίς συνδυάσει με την θάλασσα. Εμένα δεν μ’αρέσει η θάλασσα. Έχω άσχημες αναμνήσεις, είναι η αλήθεια, επομένως ως ψυχολογικό τραύμα θα μπορούσε κάποιος να δικαιολογήσει αυτή μου την παράδοξη αντιπάθεια. Βέβαια ούτε είδα την ζωή μου να χάνεται χαροπαλεύοντας μες στα μανιασμένα κύματα του ωκεανού, ούτε παραλίγο να εγκλωβιστώ μέσα σε αχανείς κοραλλιογενείς υφάλους που με κατάπιναν ρουφώντας κάθε ικμάδα οξυγόνου από μέσα μου, ούτε έπεσα θύμα ύπουλης και αιφνιδιαστικής επίθεσης σφυροκέφαλου καρχαρία ή δολοφόνου φάλαινας. Όχι, η αλήθεια είναι ότι οι άσχημες εμπειρίες τις οποίες προανέφερα δεν έχουν να κάνουν με κάποια χολιγουνγιανού τύπου παραγωγή προθανάτιας προσομοίωσης. Άλλωστε όπως έχω αναφέρει και άλλοτε είμαι αρκετά βαρετός ως άνθρωπος και δεν έχω κάποιο κάρο με συναρπαστικές περιπέτειες που να λειτουργούν ως μπαλαντέρ ελλείψει άλλων θεμάτων και το οποίο να κουβαλώ πάντα μαζί μου ως προσάρτηση στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Αλλά τέλος πάντων θα μου πείτε, γιατί τα λέω όλα αυτά και δεν μπαίνω απ’ευθείας στο θέμα; Γιατί δεν λέω αυτό που έχω να πω να ησυχάσουμε όλοι;

Θα σας κάνω λοιπόν αυτή την υποθετική χάρη, αν και ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι το κείμενο δημιουργείται στην πορεία, είναι δηλαδή σε «ζωντανή μετάδοση» και άρα μην έχετε εξωφρενικές απαιτήσεις. Μικρός λοιπόν θυμάμαι την γιαγιά μου να με ξυπνάει πρωί πρωί, γύρω στις 11 ή 12, που εγώ φυσικά ως παιδάκι πάνω στην ανάπτυξη (όπως και τώρα άλλωστε) κοιμόμουν και να απαιτεί να πάω στην θάλασσα να κολυμπήσω. Σιγά σιγά αυτό μου δημιούργησε κάποιο μίσος για αυτό το αλμυρό νερό που είναι καλό μόνο για να επουλώνει πληγές και άρχισα να το αποφεύγω. Αυτή ήταν και η απαρχή μιας ολόκληρης αναζήτησης και βαθιάς ανάλυσης του θέματος, την οποία για πρώτη φορά, και είστε ιδιαιτέρως τυχεροί για αυτό, την εξωτερικεύω και την χαρίζω απλόχερα σε όλους.

Αυτό το φαινομενικά ασήμαντο γεγονός θα μπορούσε να χει περάσει πλήρως απαρατήρητο από τα φίλτρα που «διύλησαν» τα εκάστοτε τεκταινόμενα της ζωής μου και επηρέασαν καταλυτικά την ψυχοσύνθεσή μου και τον σημερινό μου χαρακτήρα, αν δεν κατάφερνα με το δαιμόνιο μυαλό μου να το συνδυάσω με μια γενικότερη κοσμοθεωρία που είδε αυτή την μαζική θερινή φυγή στη θάλασσα ως μέρος του κοινωνικού όλου και όχι ως μια εγωιστική απέχθεια. Γιατί ναι, όσο κι αν δεν το πιστεύετε, και καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο να το πιστέψετε, μέρες ολόκληρες ώριμων φιλοσοφικών αναζητήσεων με οδηγούσαν βήμα βήμα στην εκ βάσεως κατανόηση αυτού του δύσκολου και δύστροπου θέματος, το οποίο θα ξαναθυμίσω στους μη έχοντες επαρκώς καλή μνήμη, παρουσιάζεται εδώ εντελώς τυχαία και συμπτωματικά, με έναν μαγικό θαρρείς τρόπο.

Δύο είναι τα ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν εδώ. Πρώτον, τι είναι αυτό που οδήγησε σε αυτή τη μαζική ροή ολόκληρων αστικών πληθυσμών προς αναζήτηση του υγρού θαύματος και πώς εξελίχθηκε και δεύτερον το τι σχέση έχει αυτό με την γιαγιά μου, εμένα και όλο μου το σόι; Με το δεύτερο φυσικά θα καταπιαστούμε πολύ πιο εμπεριστατωμένα.

Η σχέση του ανθρώπου με το θαλασσινό στοιχείο μαρτυρείται τόσο ως πάρεργο όσο και ως σχετική με εργασία από αρχαιοτάτων χρόνων. Άλλωστε είναι γνωστό ότι μεγάλοι πολιτισμοί αναπτύχθηκαν σε περιοχές πλούσιες σε νερό, ενώ η θάλασσα, που φυσικά έχει και το περισσότερο, ήταν ανέκαθεν ένα στοιχείο που περισσότερο ένωνε παρά χώριζε τους κατά περιοχή πληθυσμούς. Οι εργασίες σχετικές με τη θάλασσα, εμπόριο, ναυτιλία, αλιεία, επαγγελματικές καταδύσεις, ενοικίαση φουσκωτών κτλ. δε θα μας απασχολήσουν εδώ. Πολύ περισσότερο, όπως άλλωστε θα έχετε αντιληφθεί, θα αναζητήσουμε τις ρίζες της σχέσης του ανθρώπου με τη θάλασσα που οδήγησαν στο σύγχρονο φαινόμενο του θερινού παροξυσμού- μανίας καταδίωξης από την εχθρική σατανική πόλη. Σε αυτό θα μπορούσε να ενταχθεί και το φαινόμενο του διακρατικού τουρισμού με σκοπό την φυγή από τις ψυχρές ζώνες προς αναζήτηση του θείου τρίπτυχου παραλία-ήλιος-θάλασσα, το οποίο μπορούμε να έχουμε υπ’όψιν μας καθόσον θα καταπιανόμαστε με το υπό εξέτασιν θέμα.

Η πρώτη φορά που διαπιστώνουμε ιστορικά σε τέτοια μαζικότητα το κοινωνικό φαινόμενο της εξόρμησης στις παραλίες είναι ο 20ος αιώνας. Και αυτό είναι αναμφίβολα λογικό, καθώς με την ανάπτυξη της τεχνολογίας οι μετακινήσεις έγιναν σαφώς ευκολότερες, ενώ ταυτόχρονα οι νέες σχέσεις παραγωγής και εργασίας έδωσαν την δυνατότητα σχεδόν στον καθένα να βρει τον απαραίτητο χρόνο αλλά και τα χρήματα για μια τέτοια ενέργεια. Ξαφνικά λοιπόν εντοπίζουμε το αναμφίβολα θετικό αυτής της υπόθεσης. Ένας καθοριστικός παράγοντας που συνετέλεσε στην δημιουργία και ανάπτυξη του φαινομένου αυτού είναι η κοινωνική εξέλιξη.

Ας αντικρύσουμε το θέμα από πιο κοντά. Έχουμε σαφώς να κάνουμε με μια ανθρώπινη επιθυμία που αποτελεί συνέπεια των υψηλών θερμοκρασιών που δημιουργούνται. Ο σύγχρονος πολιτισμός προσφέρει απλόχερα τη δυνατότητα κάποιες μέρες του καλοκαιριού να υπερβούμε εύκολα αυτό το εμπόδιο. Αυτή η έξαρση του φαινομένου οδήγησε στον συνδυασμό της καλοκαιρινής αυτής απόδρασης με πολλά άλλα φαινόμενα, όπως τα παιχνίδια στη θάλασσα, τις οργανωμένες παραλίες, τις προκανονισμένες διακοπές κτλ. Επίσης υπάρχει η τάση να συνδυάζεται αυτό και με μια έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη προς την είσοδο στη θάλασσα, την ύπαρξη μαγνητικών πεδίων στο βυθό τα οποία ωθούν τα ανθρώπινα κορμιά και άλλα, αλλά αν εξετάσουμε το θέμα αντικειμενικά η θάλασσα χαρίζει πρώτον δροσιά και δεύτερον αυτό το αίσθημα ελευθερίας και ξεγνοιασιάς που για παράδειγμα δεν το χαρίζει μια μπανιέρα γεμάτη κρύο νερό. Η ηλιοθεραπεία και η ανάγκη για ένα σωστό μαύρισμα, αν κάποιος σέβεται τον εαυτό του το καλοκαίρι, αποτελούν μάλλον συνεπακόλουθα μιας εκμετάλλευσης αυτής της συνήθειας παρά κάποιο βιολογικό ρολόι που αποφασίζει να χτυπήσει τον Ιούνιο. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλές άλλες ταυτιζόμενες με την παραλία σύγχρονες δραστηριότητες.

Ακολουθώντας λοιπόν το φαινόμενο στην ιστορική του πορεία, παρατηρούμε μια σταδιακή αλλαγή του. Αυτό που αρχικά αποτελούσε ανάγκη για να αποφύγουμε την αφόρητη ζέστη μετεξελίχθηκε σε μια αναγκαιότητα. Την αναγκαιότητα που επιτάσσει κάθε καλοκαίρι από μικρά παιδιά να δίνουμε θερμό παρόν στις παραλίες είτε απολαμβάνοντας το καθαρό δροσερό νερό, είτε ξαπλωμένοι σε μια επιδεικτική στάση αντιπαράθεσης με τον ήλιο (σώμα με σώμα ή με το όπλο της ομπρέλας ως αμυντικό μηχανισμό που δείχνει την δυναμική του ανθρώπου απέναντι στα ενοχλητικά φυσικά φαινόμενα). Και η μετάβαση αυτή προς νέα στάδια δε σταμάτησε εκεί. Επιπλέον η παραλία άρχισε να σημαίνει καλογυμνασμένα κορμιά αλειμμένα με τόνους ελαίου για να προσφέρουν το ιδανικό μαύρισμα στον κατά τα άλλα ασήμαντο ασπρουλιάρη μικροαστό (και των 2 φύλων) που μικρό τον έδερναν οι συμμαθητές του επειδή είχε τρύπιες κάλτσες, χώρο αθλητικών εκδηλώσεων με παραγνωρισμένους δυνάμει ολυμπιονίκες να εκτοξεύουν με δύναμη την αερόμπαλά τους στον υποθετικό στόχο που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την εστία ενός υψηλών προδιαγραφών γήπεδο πόλο, σχολή αρχιτεκτονικής με αντισεισμικούς πύργους από λάσπη να ξεφυτρώνουν κατά μήκος και πλάτος της παραλίας από επίδοξους αναβιωτές μεσαιωνικών κατασκευών, και γενικότερα ένα μέρος κοινωνικών ζυμώσεων, όπου διαπλάθονται και αναδύονται οι κατακτήσεις και οι υπερβάσεις του σύγχρονου αστικού πολιτισμού μέσω της αλληλεπίδρασης των διόλου παρακμιακών κοινωνικών φαινομένων που λαμβάνουν χώρα εκεί και ξεδιπλώνουν μπροστά στα μάτια μας μια μικρογραφία της καθημερινότητάς μας, όταν οι μάσκες είναι κάπως πεσμένες.

Και φυσικά για ποιον φυσιολογικό άνθρωπο δεν αξίζει να περάσει ώρες μέσα στο αυτοκίνητό του, υπομένοντας τον ήλιο που τον χτυπάει ακριβώς την στιγμή που θέλει να τον αποφύγει, για ποιον σωστό νομοταγή πολίτη δεν αξίζει να ξοδέψει υπέρογκα ποσά σε ταξίδια που παρέχουν την ευκαιρία πολλαπλάσιας υπεραξίας σε διορατικούς κεφαλαιοκράτες, για ποιον καθώς πρέπει μικροαστό δεν αξίζει να χωθεί στις συνωστισμένες πλαζ και να περιμένει στην ουρά για ένα μπουκαλάκι νερό με τα ίδια άτομα που την προηγούμενη μέρα έβριζε στην αντίστοιχη ουρά της ΔΕΗ- εφορίας- δημόσιου οργανισμού κοινής ωφελείας εν γένει, μόνο και μόνο για να απολαύσει αυτό το υπερθέαμα που περιγράψαμε παραπάνω;

Έχω την εντύπωση ότι με αυτές τις ερωτήσεις μπορούμε να κατανοήσουμε ακόμα πληρέστερα το θέμα και να το θέσουμε στη βάση ενός φαινομένου καθαρής ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Ο σύγχρονος άνθρωπος, έχοντας βιώσει μέσα στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον κάθε θετική και αρνητική πτυχή του, βρήκε έναν τρόπο να μεταφράσει τις ατελείωτες ώρες ρουτίνας, κούρασης και κατάθλιψης σε λίγες ώρες ή έστω μέρες δροσερής ανάπαυσης και, ασυνείδητα συνήθως, ασυνήθιστης κοινωνικής δραστηριότητας. Ίσως αυτή η παρατήρηση να φαντάζει αυστηρή και ανεδαφική, αλλά τι άλλο μας αποδεικνύουν αυτές οι αντιφάσεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά; Ένα υγειές στα αρχικά του στάδια γεγονός προωθήθηκε με τέτοιο τρόπο και έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης έτσι, ώστε πλέον να μιλάμε για ένα από τα πλέον εξέχοντα δείγματα σπατάλης ελεύθερου χρόνου. Κι αν το να αποδειχτεί το πώς έγινε αυτό απαιτεί σελίδες ντοκουμέντων και ιστορικών δεδομένων, τα απότοκά του, τα παραδείγματα δηλαδή που είδαμε προηγουμένως, κάνουν το συμπέρασμα αυτό σχεδόν αυταπόδεικτο. Ο σύγχρονος αστός δε γνωρίζει ακριβώς για ποιον λόγο «σέρνεται» ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατά την περίοδο του καλοκαιριού στη θάλασσα. Ουσιαστικά ωθείται από ένα κοινωνικού χαρακτήρα «πρέπει», μια αδιόρατη υποχρέωση την οποία αδυνατεί τόσο να αποποιηθεί, όσο και να κατανοήσει και η οποία του προσφέρει μια επίφαση ευτυχίας, χωρίς όμως ουσιαστικά να προωθεί οτιδήποτε σημαντικό και ουσιαστικό.

Και ίσως κάπου εδώ να μπορούμε να εντοπίσουμε και το πώς «κολλάνε» τα πρώτα προσωπικά παραδείγματα που έφερα. Είναι αυτή ακριβώς η υφέρπουσα ψευδοϋποχρέωση που ανάγκαζε την γιαγιά την δική μου όπως αντίστοιχα και την γιαγιά του καθενός να με ξυπνάει το πρωί, αυτή η αδυναμία κατανόησης του λόγου ύπαρξης αυτής της συνήθειας εξόρμησης στη θάλασσα που προσδιόριζε την κίνηση αυτή ως έναν αλλόκοτο αόριστο αυτοσκοπό των διακοπών, ελαχιστοποιώντας την σημασία οποιασδήποτε άλλης ενέργειας δεν σχετιζόταν με αυτόν. Αποφεύγω την θάλασσα όχι επειδή μου φέρνει άσχημες εμπειρίες των δικών μου καλοκαιριών, αλλά επειδή αναδεικνύει για μένα το σημείο παρακμής που έχουν φτάσει οι σημερινές κοινωνικές συνθήκες.

Η τελευταία παράγραφος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο επίλογος. Όχι όμως για τον ψαγμένο υπέροχο προσεκτικό και πανέξυπνο αναγνώστη (και φυσικά εγώ μόνο τέτοιους έχω), ο οποίος με την καταπληκτική του μνήμη θυμάται ακόμα από πού ξεκίνησε αυτό το κείμενο. Θα ξανατονίσω με κάθε ειλικρίνεια ότι το θέμα που επιλέχθηκε ήταν εντελώς τυχαίο και δεν είχα κανέναν σκοπό να γράψω για αυτό. Ξεκίνησα να γράφω απλά με σκοπό να γράψω κάτι και, προφανώς επειδή το συγκεκριμένο θέμα το είχα θίξει σχετικά πρόσφατα και είναι και επίκαιρο, ήταν το πρώτο που μου ήρθε. Νομίζω ότι το πείραμά μου μπορεί κάπου εδώ να τελειώσει. Η περαιτέρω τύχη του, η επιτυχία ή η αποτυχία του δεν επαφίεται πλέον στις δικές μου ικανότητες.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Οικογενειακές ιστορίες

Νιώθω βαθιά συγκίνηση, καθώς έχω την χαρά και την τιμή να γράψω αυτό το κείμενο κατόπιν παραγγελίας. Και η συγκίνησή μου είναι μεγάλη, διότι βλέπω σε αυτό το γεγονός την εμπιστοσύνη που εσείς, οι χιλιάδες αναγνώστες μου, τρέφεται προς το πρόσωπό μου, καλώντας με να σχολιάσω δικά σας καθημερινά προβλήματα με την ταπεινή μου πένα- πληκτρολόγιο. Αν δυσκολεύεστε να ξεχωρίσετε το σοβαρό από το αστείο, τότε σας προτείνω απλά να θέσετε την φαντασία σας σε πλήρη λειτουργία και η απορία θα χαθεί ως διά μαγείας.

Και τι άλλο θέμα μπορεί να περιμένατε μετά από αυτόν τον αποκαλυπτικό και εξαιρετικά πετυχημένο τίτλο, αν όχι κάτι για την οικογένεια. Και φυσικά δεν πέσατε έξω. Δεν ήταν κάποιου είδους παγίδα, ούτε διαφημιστικό τρικ για να προσελκύσω το ενδιαφέρον σας, το περιεχόμενο του κειμένου ανταποκρίνεται (σχεδόν) πλήρως στις απαιτήσεις που ενδόμυχα σας δημιουργήθηκαν, όταν το μάτι σας έπεσε πάνω σε τούτο εδώ το κατεβατό.

Η οικογένεια είναι ένας θεσμός, που ιστορικά τοποθετείται στις απαρχές του ανθρώπινου πολιτισμού. Όχι πάντα με την σημερινή της μορφή, άλλοτε σε προταξικές αγελαίες κοινωνίες, αργότερα σε εκτεταμένες φατρίες-σόγια μέχρι την σημερινή (μικρο-)αστική πυρηνική οικογένεια. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις θεμελιώδεις αλλαγές στην μορφή της οικογένειας, που προφανώς επηρεάζουν και την ουσία της, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για έναν κατεξοχήν σταθερό και αμετάβλητο θεσμό. Βέβαια ο άνθρωπος, ως ον συνδεδεμένο με την φύση του και ως ύπαρξη που επιδιώκει την επιβίωσή της μέσω της αναπαραγωγής, δεν μπορεί να αποφύγει την οικογένεια (ως είδος, όχι μεμονωμένα) στις στοιχειώδεις εκφάνσεις της, στην ύπαρξη δηλαδή ενός ζεύγους αρσενικού θηλυκού και του καρπού ή καρπών της μεταξύ τους συνεύρεσης.

Από κει και ύστερα όμως, δεν μπορούμε να μιλάμε για μια υποχρεωτική συμβίωση των στοιχείων αυτών με τον τρόπο που γνωρίζουμε σήμερα. Το να μιλήσουμε για τα διαζύγια από ηθικής ή κοινωνικής απόψεως δεν είναι της παρούσης, αλλά τέτοιου είδους μεταβολές που βλέπουμε να λαμβάνουν χώρα στον ίδιο τον θεσμό της οικογένειας θα έπρεπε τουλάχιστον να μας κάνουν σκεπτικούς πάνω στο αν και κατά πόσον αυτή η κοινωνική «σύμβαση, υποχρέωση» ή αυτή η ευτυχία, το νόημα της ζωής κτλ. είναι όντως κάτι το νομοτελειακό. Και μόνο παρατηρώντας την εξέλιξη του φαινομένου στην πορεία του χρόνου θα πρέπει να ναι αρκετό, ώστε να δούμε την ύπαρξη της οικογένειας ως κάτι συνεχώς μεταλλασσόμενο, ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες, όπως άλλωστε συμβαίνει και με όλα τα γεγονότα της ζωής μας.

Όταν λοιπόν η οικογένεια μεταβάλλεται, οι κανόνες που την διέπουν θα μείνουν ίδιοι και σταθεροί ή θα μεταβληθούν αναλογικά; Αν δεν θέλουμε να μιλάμε για έναν συντηρητικό θεσμό, τότε η δεύτερη απάντηση φαντάζει μάλλον προφανής. Είναι λοιπόν καλό να ξεχαστούν από τους γονείς εκφράσεις του τύπου «εμένα ο πατέρας, θείος, κουνιάδος, ξάδελφος, μπατζανάκης έκανε αυτό» ή «εμείς στην εποχή μας ξέραμε αυτό» κτλ. Και αν αυτοί οι αναχρονισμοί είναι καταδικαστέοι ούτως ή άλλως και κανείς δεν αμφιβάλλει για την αποπομπή τους από τις συμπεριφορές μας στον 21ο αιώνα, ίσως θα έπρεπε να αναλογιστούμε και το τι γίνεται με τα διάφορα «πρέπει», τις διάφορες υποχρεώσεις που η οικογένεια αναμένει από τα μέλη της.

Ποια είναι η αιτία που έχει δημιουργήσει αυτές τις υποχρεώσεις, ποιες είναι δηλαδή οι καταβολές τους; Προφανώς τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Οι ηθικές αξίες που δημιουργούνται έχοντας ως πλαίσιό τους την οικογενειακή ζωή κι ως στόχο τους την οικογενειακή ευτυχία είναι συνεπώς ευάλωτες σε κριτική. Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι πρέπει να εξοβελίσουμε δια μιας όλες τις ηθικές αξίες που έχουν εκκολαφθεί σε διάστημα αιώνων μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να τις εξετάσουμε κριτικά, μέσα στο όλο κοινωνικό σύστημα και να δούμε τι αξίζει να κρατήσουμε και τι θα πρέπει να απορρίψουμε ως τροχοπέδη στην πορεία προς την περαιτέρω ανάπτυξη.

Σε αυτό το γενικό πλαίσιο θα μπορούσαμε να εντάξουμε πολλές περιπτώσεις που θα λειτουργούσαν ως διαφωτιστικά ή και όχι τόσο διαφωτιστικά παραδείγματα, για να αποδειχτεί και έμπρακτα η παραπάνω θέση. Δε χρειάζεται να αναλωθούμε σε αυτά, άλλωστε το κείμενο δεν έχει «ατράνταχτα αποδεικτικό» χαρακτήρα αλλά είναι μάλλον μια αφορμή για περαιτέρω σκέψη. Ας εξετάσουμε λοιπόν γενικά το ζήτημα των ηθικών υποχρεώσεων που ο καθένας από μας έχει απέναντι στην οικογένειά του.

Φυσικά, μιλώντας για ανθρώπινα όντα δεν μπορούμε να βυθιζόμαστε στον «σκληρό ορθολογισμό» βάζοντας κατά μέρος τον συναισθηματικό κόσμο. Το αίσθημα της αγάπης και της αλληλεγγύης που διαμορφώνεται αναπόφευκτα μέσα στον κύκλο της οικογένειας παίζει σαφέστατο ρόλο ως προς τα όρια των υποχρεώσεων που προαναφέραμε. Αν όμως παραστρατήσουμε λιγάκι από την πεπατημένη εξήγηση περί συναισθημάτων, μπορούμε να τα δούμε ως ένα κοινωνικό φαινόμενο που λαμβάνει χώρα σε μια συλλογικότητα, έστω και με την περιορισμένη μορφή της οικογένειας. Τι διαστάσεις μπορεί να προσδώσει αυτό στην οριοθέτηση των «πρέπει»;

Μιλώντας για αλληλεγγύη οφείλουμε κατά πρώτο λόγο να σκεφτούμε την κατανόηση. Όσο κι αν πολλές είναι οι φορές που αυτά τα δύο έρχονται σε σύγκρουση, η αντίφαση αυτή δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Η κατανόηση μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, όπως και μεταξύ των μελών οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας που χαρακτηρίζεται από ισχυρούς δεσμούς, είναι απαραίτητη προϋπόθεση συμβίωσης. Δεν μπορείς να αγαπάς κάποιον πραγματικά αν δεν τον καταλαβαίνεις (μπορείς να το κάνεις παθολογικά, αλλά πόσο αυτό είναι υγειές συναίσθημα, ακόμα και στα πλαίσια της σχέσης γονέα- παιδιού;). Ούτε μπορείς να είσαι αλληλέγγυος όταν δεν είσαι σε θέση να κρίνεις τις ενέργειές του άλλου με βάση τα δικά του και όχι τα δικά σου «θέλω».

Αυτό που πολλές φορές αρνούμαστε να δούμε στην σημερινή κοινωνία, όπως έχει διαμορφωθεί και για όποιους λόγους έχει καταλήξει έτσι, είναι ότι ο άλλος άνθρωπος, πόσο μάλλον ένα συγγενικό ή κοντινό μας πρόσωπο, δεν είναι το σύνορο της προσωπικότητάς μας, δεν είναι κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από εμάς, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τους δικούς μας στόχους, αλλιώς καταλήγει να ναι απλά αντίπαλος. Ο άλλος άνθρωπος, ο γιος, η κόρη, ο ανιψιός και σε πολλές περιπτώσεις, όσο κι αν δεν θέλουμε να το πιστέψουμε, ο γείτονας ή ο άγνωστος είναι μέλη της κοινωνίας στην οποία ζούμε όλοι, επομένως είναι εν πολλοίς κομμάτι του εαυτού μας. Ο άνθρωπος μεγαλώνει και αναπτύσσει την προσωπικότητά του μέσα στην κοινωνία, όχι κάπου έξω από αυτήν, αλληλεπιδρά με αυτήν και διαμορφώνει τις αντιλήψεις του και τις συμπεριφορές του. Η κοινωνία όμως είμαστε εμείς, οι ίδιοι οι άνθρωποι, επομένως δεν μπορούμε να θέτουμε ως θέμα την σύγκρουση του ανθρώπου με τους άλλους ανθρώπους και κατ’ επέκταση με το κοινωνικό του περιβάλλον, διότι τότε υπονοούμε και την προσωπική σύγκρουση του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, με τα θετικά και τα αρνητικά που ο καθένας μπορεί να βλέπει, δεν είναι φυσικά κεκτημένο στην σημερινή ανθρώπινη ζωή. Στον πυρήνα της όμως, στην οικογένεια, οι τάσεις αυτές είναι εύκολα και ευνόητα διακριτές. Επομένως το ερώτημα ως προς αυτόν τον κοινωνικό θεσμό γίνεται επιτακτικό. Πώς θα πάρουν σάρκα και οστά αυτές οι ανθρώπινες αξίες που θα οδηγήσουν σε μείωση των συγκρουσιακών- ανταγωνιστικών σχέσεων μέσα στην οικογένεια; Αυτό θα επιτευχθεί, κατά την γνώμη μου, μόνο όταν οι γονείς (κυρίως, αλλά φυσικά και τα παιδιά) πάψουν να βλέπουν στα παιδιά τους το μέσο για την ολοκλήρωση των δικών τους προσωπικοτήτων, όταν κατανοήσουν και αποδεχθούν την ξεχωριστή προσωπικότητα του καθενός. Και όταν συμβεί αυτό, δε θα μπορούμε πλέον να κάνουμε λόγο για υποχρεώσεις μέσα στην οικογένεια, αλλά μόνο για δικαιώματα, δικαιώματα που θα είναι κεκτημένο ανθρώπων με συλλογική συνείδηση, ανθρώπων που δε θα καταχράζονται αυτές τους τις «ελευθερίες» προς ατομικό, αλλά θα τις αξιοποιούν προς συλλογικό όφελος (τουλάχιστον συλλογικό ως προς τα οικογενειακά μέλη). Όταν όμως η πίεση για την διαρκή εκπλήρωση υποχρεώσεων, υποχρεώσεων που φαντάζουν βάρος, είναι παρούσα και υποδηλώνει τον καταναγκαστικό χαρακτήρα των ανθρώπινων σχέσεων, τότε είναι αναμενόμενο ότι οι πραγματικές συνθήκες για την ανάπτυξη ενός τέτοιου περιβάλλοντος είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη.

Αυτή η πίεση είναι φυσικά απόρροια της έλλειψης εμπιστοσύνης. Για οποιονδήποτε λόγο και αν καλλιεργείται ένα τέτοιο αίσθημα, οι λόγοι μπορούν εύκολα σχετικά να εντοπιστούν μέσα στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις. Η απώλεια της εμπιστοσύνης σε συνδυασμό με τον πόθο του σημερινού ανθρώπου να αποδειχτεί ικανός στον ίδιο του τον εαυτό, από την στιγμή που οι εργασιακές σχέσεις και κατ’ επέκταση οι κοινωνικές συνθήκες δεν του το επιτρέπουν, οδηγεί σε αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές προσπάθειας επιβολής όχι απλά ενός γονικού ελέγχου αλλά μιας ολόκληρης γονικής νοοτροπίας, που δεν λαμβάνει υπ όψιν πρώτον τις συγκεκριμένες καταστάσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπο το παιδί, διαφορετικές από αυτές στις οποίες ο ίδιος κλήθηκε να ανταπεξέλθει, και δεύτερον τα συγκεκριμένα προσόντα- χαρίσματα- ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του ίδιου του παιδιού. Οι γονείς, σε μια προσπάθεια να αποδείξουν την αξία τους θεωρούν ότι είναι παντογνώστες, τουλάχιστον σε θέματα σχετικά με την καθοδήγηση της νεότερης γενιάς, διαμορφώνουν δεδομένες σχέσεις ιδιοκτησίας απέναντι στο παιδί τους, ξεχνώντας την ανθρώπινη υπόστασή του, και καταφεύγουν στην χρήση ψυχολογικής βίας (για να μην αναφερθούμε σε φαινόμενα σωματικής βίας, που θεωρώ εκ προοιμίου κατακριτέα) με σκοπό την συνεχή βελτίωση του ανθρώπου αυτού, όχι με βάση τα δικά του αλλά με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Με αυτό δεν εννοώ ότι υπάρχει κάποια παγκόσμια συνομωσία γονέων που προσπαθούν να χειραγωγήσουν την νέα γενιά. Θέλω να καταστήσω όμως σαφές το πώς η σημερινή κοινωνία και οι αρνητικές ιδιαιτερότητές της διαμορφώνουν τέτοιους χαρακτήρες, στους οποίους η νοοτροπία που οδηγεί στην κατανόηση των υπολοίπων ανθρώπινων όντων και στην άρση των εγωιστικών τάσεων προς όφελος των άλλων βρίσκεται σε παράλογα εμβρυακό στάδιο, με αποτέλεσμα να βλάπτουν ακόμα και τα ίδια τα μέλη της οικογένειάς τους. Και να μην ξεχνάμε ότι αυτό οδηγεί σε αντίρροπα αρχικά και ανάλογα αργότερα αποτελέσματα, δηλαδή εκ πρώτης όψεως οδηγεί σε εγωκεντρική και αδιάφορη συμπεριφορά του παιδιού απέναντι στους γονείς του, σε μια προσπάθεια υποβολής (αν θεωρήσουμε την επιβολή αδύνατη) των δικών του «θέλω», ακόμα και σε βάρος των συνολικών αναγκών, και δεύτερον καταλήγει φυσικά στην δημιουργία ενός γονιού με τα ίδια κατάλοιπα που θα τον οδηγήσουν σε ίδιες ή παρόμοιες συμπεριφορές απέναντι στα παιδιά του, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο, από τον οποίο δύσκολα μπορεί να βρεθεί κάποια διέξοδος.

Καταλήγοντας θα ήθελα να τονίσω ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση επιχειρήθηκε να γίνει χωρίς ιδεαλιστικές- ουτοπιστικές τάσεις και σκέψεις. Δεν αφορίζω τις ιδιαιτερότητες που μπορεί να έχει οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα ούτε και τα γεγονότα που ούτως ή άλλως επενεργούν πάνω στους ανθρώπους και τους οδηγούν σε αυτές ή εκείνες τις συμπεριφορές. Απλά προσπάθησα να αναδείξω το πρόβλημα της έλλειψης βασικών «αλτρουιστικών» σχέσεων που παρατηρούνται δυστυχώς ανάμεσα και σε μέλη τόσο στενά συνδεδεμένων συνόλων, όχι να το επεξηγήσω ολοκληρωτικά, αλλά να ασκήσω μια πολεμική σε βάρος των προκαταλήψεων που υπάρχουν για την σημερινή οικογένεια και να εντοπίσω κάποιες βασικές αιτίες του φαινομένου αυτού.

«Επιστημονική απόπειρα»

Δεν ξέρω καν αν είμαι έτοιμος να καταπιαστώ με το θέμα με το οποίο επέλεξα να ασχοληθώ. Βέβαια από την άλλη κανένα θέμα που επιλέγω δεν είμαι σίγουρος ότι το κατέχω, αλλά όπως άλλωστε έχει ειπωθεί και από πολλούς πριν από μένα, για να είσαι συγγραφέας πρέπει πάνω από όλα να γράφεις. Όχι ότι εγώ είμαι συγγραφέας, αλλά φαντάζομαι αντιλαμβάνεστε τι εννοώ. Θα προσπαθήσω λοιπόν με σχετική σαφήνεια (όποια σαφήνεια μπορώ να προσδώσω στα γραπτά μου, είναι και θέμα ταλέντου μερικές φορές) να μιλήσω περιληπτικά και ομολογουμένως με ελάχιστη αυτοπεποίθηση για ένα θέμα που με απασχολεί προσωπικά και φαντάζομαι με κατατάσσει σε μια μειοψηφία πάνω σε αυτόν εδώ τον πλανήτη.

Ποιο είναι λοιπόν αυτό το θέμα για το οποίο χρειάστηκε να αφιερώσω έναν τέτοιον απολογητικό πρόλογο; Σίγουρα η αγωνία σας θα έχει κορυφωθεί και δύσκολα θα αντέχατε πολλές ακόμα προτάσεις χωρίς να το μάθετε. Θα ήθελα λοιπόν να γράψω για την ιστορία. Οποία πρωτοτυπία, ξέρω εντυπωσιαστήκατε. Το αντικείμενο λοιπόν αφορά το τι είναι τέλος πάντων η ιστορία, και μάλιστα η ιστορία ως επιστήμη. Θα καταθέσω την δική μου σχετικά ασήμαντη ερασιτεχνική άποψη επί του θέματος, έτοιμος να δεχτώ οποιαδήποτε κριτική. Άλλωστε δεν σκοπεύω να αναλύσω το συγκεκριμένο θέμα διεξοδικά, απλά να καταθέσω κάποιες σκέψεις μου, οι οποίες ελπίζω να είναι ενδιαφέρουσες, άσχετα αν είναι απόλυτα σωστές ή κραυγαλέα λανθασμένες.

Αν ο τίτλος του κειμένου δεν ήταν μέσα σε εισαγωγικά θα είχα την υποχρέωση, ως σοβαρός ερευνητής, να παραθέσω πλήθος βιβλιογραφίας στο τέλος, πράγμα που ναι μεν θα ταίριαζε στις επιστημονικές απαιτήσεις, αλλά δεν γνωρίζω αν συνάδει με τον σκοπό του παρόντος κειμένου. Επίσης ίσως να έπρεπε να αναφερθώ με λεπτομέρειες σε συγκεκριμένες ιστορικές σχολές, την γερμανική θετικιστική-ιστορικιστική, την μαρξιστική, την γαλλική σχολή των «Annales», τον μεταμοντερνισμό και την μικροιστορία και διάφορα άλλα κινήματα που επηρέασαν τον ιστορικό τρόπο σκέψης τους 2 τελευταίους αιώνες. Ακόμα θα έπρεπε πιθανόν να εκφραστώ με συγκεκριμένο τρόπο για να αναδείξω την δική μου προτίμηση και να προσπαθήσω να αποδείξω την ορθότητά της. Αυτά όμως, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν αποτελούν στόχο μου στην παρούσα φάση, όχι επειδή δεν έχω χρόνο ή διάθεση, αλλά επειδή δεν πιστεύω ότι έχω τις απαραίτητες γνώσεις αλλά και την απαραίτητη μεταδοτικότητα για να παράσχω και αυτές που διαθέτω. Εκ των πραγμάτων λοιπόν θα αντιμετωπίσω το θέμα επιφανειακά, προσμένοντας την κατανόησή σας.

Η σχολική εμπειρία των περισσοτέρων από μας μας έχει διδάξει ότι η ιστορία είναι το παρελθόν. Όπου ιστορία βλέπε παλιό, βλέπε ημερομηνίες, βλέπε ονόματα, βλέπε παπαγαλία. Όπου ιστορία θα μάθουμε κάτι που δεν μας απασχολεί σήμερα, θα μάθουμε το παρελθόν μας, θα μάθουμε να είμαστε περήφανοι και θα μάθουμε από τα λάθη των παλιών για να γίνουμε εμείς οι αλάνθαστοι καινούριοι. Κάπως έτσι θα σκιαγραφούσε κάποιος συνοπτικά την εικόνα της ιστορίας που έχει ο μέσος πολίτης, τουλάχιστον στον δυτικό «πολιτισμό» (για τους άλλους πολιτισμούς οφείλω μετά λύπης να ομολογήσω την πλήρη έλλειψη γνώσεων). Τώρα αν μιλήσουμε για επιστήμη της ιστορίας, σαφώς, βεβαίως ναι υπάρχει, αλλά είναι κάτι απροσδιόριστο, άλλωστε τι να τα κάνουμε τα επιχειρήματα, για να υπάρχει στο πανεπιστήμιο κάτι θα χρειάζεται.

Ομολογώ ότι το συγκεκριμένο σκεπτικό με κάλυπτε και εμένα. Ο κλασικός «ωχαδελφισμός» του σύγχρονου μικροαστού αποτελούσε και αποτελεί φυσικά και δικό μου προνόμιο. Για κακή μου τύχη όμως, το γεγονός ότι σπουδάζω ιστορία μου επιφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη. Αναγκάστηκα κάποια στιγμή να αναρωτηθώ, πού μας χρειάζεται τελικά η ιστορία; Είναι η ιστορία αντικειμενική; Αν είναι έχει καλώς, μαθαίνουμε τα πράγματα όπως έγιναν και παραφυλάμε μέχρι να συμβούν τα σύγχρονα αντίστοιχά τους για να αντιδράσουμε. Αν δεν είναι όμως; Εκεί υπάρχει ένα πρόβλημα. Πώς είναι επιστήμη κάτι τα υποκειμενικό;

Αρχικά να πω ότι κάνω λόγο περί υποκειμενικότητας, διότι όταν μιλάμε για ιστορικά γεγονότα βασιζόμαστε εκ των πραγμάτων σε πηγές. Οι πηγές αυτές δεν είναι γραμμένες από ρομπότ και έτσι ούτως ή άλλως τις διαβάζουμε ή τις βλέπουμε ή τις ακούμε (ανάλογα με το είδος τους) εξ αρχής ως στοιχεία στα οποία υπάρχει ήδη ανθρώπινη υποκειμενική μεσολάβηση. Το πόσο υποκειμενικά εμείς τις προσλαμβάνουμε και τις μεταφράζουμε, το πώς διάφοροι εξωτερικοί παράγοντες επηρεάζουν και εμάς και τις πηγές μας, το πώς γενικότερα η ιστορία από αυτή την προοπτική είναι υποκειμενική νομίζω ότι είναι αυτονόητο, κι αν δεν είναι δεν υπάρχει αρκετός χώρος, ώστε να αναλυθεί εδώ.

Άρα τι; Η ιστορία είναι καταδικασμένη; Δεν είναι επιστήμη; Είναι όντως αυτό το άχρηστο βαρετό μάθημα που διδασκόμαστε στα σχολεία; Θα έπρεπε να μην διδάσκεται στο πανεπιστήμιο; Εξαιρετικά ερωτήματα όλα τους. Η απάντηση όμως που έχω να δώσω, ίσως προς απογοήτευσή σας, είναι ότι η επιστήμη της ιστορίας όχι μόνο υπάρχει, αλλά είναι και ιδιαίτερα σημαντική. Η ιστορία δεν είναι απλά το παρελθόν. Το παρελθόν για την ιστορία είναι ό,τι οι αριθμοί για τα μαθηματικά (και πάλι οι γνώσεις μου δεν μου επιτρέπουν να κάνω μια απόλυτα σωστή επιστημολογική αντιπαραβολή, ελπίζω όμως να γίνω κατανοητός μέσω αυτής της αναλογίας). Δεν είναι ο σκοπός, είναι το μέσο για την επίτευξη του σκοπού. Η μελέτη του παρελθόντος ουσιαστικά είναι η κινητήρια δύναμη που έχει η ιστορία, ώστε να καταφέρει να πραγματοποιήσει αυτό που επιδιώκουν όλες οι ανθρωπιστικές επιστήμες (και εν μέρει και οι υπόλοιπες): να κατανοήσουν το παρόν, την κοινωνία και τις νομοτέλειές της (και μόνο το θέμα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ολόκληρο βιβλίο, επιφυλάσσομαι να αναφερθώ σε αυτό πληρέστερα σε επόμενο κείμενο), και τον άνθρωπο ως μέρος της.

Ουσιαστικά όλοι μας στη ζωή μας χρησιμοποιούμε με αυτό τον τρόπο την ιστορία. Ο άνθρωπος ουσιαστικά είναι το σύνολο των εμπειριών και των γνώσεών του, δηλαδή δεδομένων που συλλέγει διαρκώς και κάθε στιγμή αποτελούν το παρελθόν του. Οι τυχόν αποφάσεις που ο καθένας μας παίρνει είναι αποτέλεσμα των γνώσεων που έχει αποκτήσει και η αντίληψή του για το παρόν του και για το πώς θα το αντιμετωπίσει είναι ουσιαστικά η δημιουργία της «δικής του ιστορίας». Θα μπορούσαμε κάπως τραβηγμένα να ισχυριστούμε ότι κάθε ένας από εμάς είναι ένας ερασιτέχνης ιστορικός. Αυτό όμως που διαμορφώνει τον ιστορικό επιστήμονα είναι πρώτον η γνώση των γεγονότων του παρελθόντος, όχι αντικειμενικά όπως προαναφέραμε, αλλά όσο το δυνατόν πληρέστερα, και δεύτερον και σημαντικότερον κατά την άποψή μου, η ικανότητα κρίσης που θα του επιτρέψει να μελετήσει και να κατανοήσει σε βάθος τα συγκεκριμένα θέματα. Κατανοώντας τις ανθρώπινες συμπεριφορές στις ανθρώπινες κοινωνίες του παρελθόντος δεν ελπίζει να λύσει τα προβλήματα του παρόντος με αντιστοιχίες. Αυτό όμως που προσπαθεί να κάνει είναι να αποκτήσει μια εικόνα αυτών των κοινωνιών, μέσα από τις εμπειρίες τους να φτάσει πιο κοντά στην σημερινή κοινωνία αλλά και στον εαυτό του και μέσω αυτού να αντιληφθεί το πώς η κοινωνία εξελίσσεται και ποιες είναι οι προϋποθέσεις για τη βελτίωσή της.

Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία δεν είναι ένα παραμύθι. Δεν είναι τυχαία γεγονότα, που μπορεί να υπήρξαν ή να μην συνέβησαν ποτέ, δεν είναι διάσπαρτες αναφορές χωρίς συνοχή μεταξύ τους. Το βασικότερο στοιχείο της ιστορίας, αυτό που την διαχωρίζει από άλλες επιστήμες και δεν την κάνει π.χ. υποκατηγορία της κοινωνιολογίας, είναι ότι η μελέτη της προσφέρει και έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, έναν τρόπο σκέψης που χαρακτηρίζεται από τον συνδυασμό των γεγονότων, την προσπάθεια να αρθούν τα κενά και οι διαφορές μεταξύ των φαινομένων και να κατανοηθούν και να εξηγηθούν τα πάντα με βάση την αλληλουχία τους και τον συσχετισμό τους. Το παρελθόν έχει τόσα άπειρα στοιχεία να μας προσφέρει, μας δίνει τόσες επιλογές, που ουσιαστικά είναι ένας χώρος ο οποίος μπορεί ανεξάντλητα να μας προσφέρει ευκαιρίες για σκέψη. Το «ιστορικό μυαλό» λειτουργεί με τέτοιον τρόπο, που καταφέρνει ή πρέπει να καταφέρνει, να παίρνει ένα οποιοδήποτε στοιχείο του παρελθόντος και αφού το επιβεβαιώσει ως ορθό με τον πιο επιστημονικά έγκυρο τρόπο να το εντάξει μέσα στο ιστορικό πλαίσιό του. Η ένταξη και ερμηνεία ενός γεγονότος με την παραπάνω μέθοδο και η εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων είναι και αυτό το οποίο αποδεικνύει το κατά πόσον ο ιστορικός έχει κατανοήσει το αντικείμενό του και ασχολείται σοβαρά με αυτό.

Φυσικά αυτό δεν είναι εύκολο. Το να προσπαθήσει κάποιος να συνειδητοποιήσει και μόνο αυτή την διαδικασία απαιτεί χρόνο και θέληση. Το να την κατανοήσει εκ θεμελίων είναι ίσως αδύνατο. Το να προσπαθεί όμως διαρκώς να την προσεγγίσει, το να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να την πλησιάσει σημαίνει ότι κατανοεί ότι αυτός είναι και ο μόνος τρόπος να αγγίξει την αλήθεια. Η ιστορία δεν είναι μόνο η αναζήτηση πληροφοριών για τα περασμένα. Είναι και ένας διαρκής αγώνας του ιστορικού με τον ίδιο του τον εαυτό, και ακόμα παραπάνω ένας σκληρός αγώνας με την κοινωνία του, με τα ταμπού της, τις προκαταλήψεις της, τα πιστεύω της, μια αντιπαράθεση και σύγκρουση με αντιλήψεις που, για κακή τους τύχη, δεν μπορούν να προσαρμοστούν στα επιστημονικά δεδομένα, τα οποία για έναν επιστήμονα σε καμιά περίπτωση δεν συμβιβάζονται.

Αυτό όμως είναι και το δελεαστικό στην ιστορία, αυτό είναι το στοιχείο που δίνει ενδιαφέρον στην ιστορική αναζήτηση. Το να αναλωνόμαστε απλά σε χρονολογίες και ονόματα χωρίς να μπορούμε να κατανοήσουμε το πλαίσιο των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα σε κάποιον τόπο κάποια χρονική στιγμή είναι «δώρον άδωρον» και φυσικά δεν μπορεί να θεωρηθεί επιστήμη. Αντιθέτως είναι τουλάχιστον επικίνδυνο και μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα δυσάρεστα κοινωνικά φαινόμενα, όπως για παράδειγμα σε εθνικιστικές εξάρσεις και πλήρεις παρανοήσεις του παρελθόντος. Η σύντομη αυτή επισκόπηση της ιστορίας, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται και με όσα συμπεράσματα μπορεί να εξάγει ο καθένας από αυτήν, θα σταματήσει, προς μεγάλη σας λύπη, εδώ. Εννοείται ότι είναι ανολοκλήρωτη, εννοείται ότι αφήνει κενά, εξυπακούεται ότι χρειάζεται περαιτέρω συζήτηση και διερεύνηση. Δεν αξιώνω απόλυτη γνώση του θέματος, αντιθέτως θα μπορούσα να επανέλθω και στον επίλογο σε μια απολογία ανάλογη του προλόγου. Για να μην κουράσω όμως τον αναγνώστη που έφτασε ως αυτό το σημείο, θέλω να πω ότι το πώς αντιλαμβανόμαστε την ιστορία, όπως και γενικότερα το πώς αντιλαμβανόμαστε οποιοδήποτε θέμα στην ζωή μας πρέπει να αποτελεί θεμέλια βάση στην σκέψη μας, κι αν η ιστορία μπορεί με κάποιον τρόπο να βοηθήσει σε αυτό, τότε νομίζω ότι θα επιτελέσει και με το παραπάνω τον σκοπό της.

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Η παιδεία και η τιμή της

Μέσα σε όλα τα άλλα, τα τελευταία χρόνια γίνεται και πολύς λόγος περί της παιδείας. Φυσικά το συγκεκριμένο θέμα, παίζοντας ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην όλη κοινωνική πολιτική πολιτισμική κτλ. εξέλιξη θα ήταν μάλλον περίεργο να μην αποτελεί θέμα συζήτησης. Αλλά σαφώς το σημαντικότερο θέμα που θα μπορούσε να βρει κάποιος για την παιδεία είναι το οικονομικό. Άλλωστε πότε το οικονομικό δεν ήταν το σημαντικότερο θέμα για το οτιδήποτε συμβαίνει; Εξάλλου, ακόμα κι αν δεν ήταν έτσι, όλα τα άλλα προβλήματα του τομέα αυτού έχουν λυθεί εδώ και χρόνια. Και αν σκεφτόμαστε για χρηματοδοτήσεις και σκέψεις για χορηγίες προς την παιδεία, τότε η άγνοιά μας για την σημερινή κοινωνία μάλλον έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη ή απλά πήραμε συνειδητά την ηρωική απόφαση να κόψουμε τα νήματα που μας συνδέουν με την πραγματικότητα. Κακώς. Διότι το μείζον θέμα που απασχολεί ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου ανά την υφήλιο είναι το κόστος της παιδείας.

Καταπληκτικά ως εδώ. Πού οφείλεται μια τέτοια συζήτηση για αυτό το νευραλγικής σημασίας θέμα; Μα πού αλλού αν όχι στην σκλήρυνση των μεθόδων του καπιταλισμού και στην εισαγωγή στην πολιτική αυτής της μόδας που κατάφερε με τρία μόνο γράμματα (νεο-) να ταυτίσει τον φιλελευθερισμό με τον άκρατο συντηρητισμό. Η αγαπητή λοιπόν νεοφιλελεύθερη (λέω ολόκληρο τον όρο για όσους δεν κατάλαβαν το εξαιρετικά χιουμοριστικό λογοπαίγνιο προηγουμένως) πολιτική, με δισεκατομμύρια οπαδούς στον κόσμο, ή τουλάχιστον δισεκατομμύρια ψηφοφόρους, έχει κάνει δυναμικά την εμφάνισή της και έχει καταπιαστεί να «βελτιώσει» και, γιατί όχι, να «τελειοποιήσει» ό,τι δεν κατάφερε να φέρει εις πέρας το προηγούμενο σύστημα, όπως και να λεγόταν αυτό. Καταφέρνοντας να ενώσει την αριστερά με την δεξιά κατόρθωσε να βρει την χρυσή τομή και να φέρει την παγκόσμια κομματική ειρήνη, σε επίπεδο επιχειρημάτων και πολιτικής τουλάχιστον, διότι η ψήφος είναι γλυκιά και όλο και κάποια διαφορά θα βρούμε.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό μπορούμε να εντάξουμε και το θέμα της δωρεάν ή μη δωρεάν παιδείας. Πρέπει η παιδεία να αποτελεί κοινωνικό αγαθό και να παρέχεται δωρεάν ή να το αναβαθμίσουμε σε κοινωνικό προνόμιο, να χουμε και «αυτοχρηματοδότηση» (όρος που ουσιαστικά υπονοεί την απευθείας χρηματοδότηση από τα κάτω) και το κεφάλι μας ήσυχο; Η απάντηση μα φυσικά, γιατί όχι, βεβαίως, μάλιστα, οπωσδήποτε φαντάζει τουλάχιστον δελεαστική για κάθε ώριμο μικροαστικό εγκέφαλο, ο οποίος έχει ανάγει την ιδιωτικοποίηση ή τον «σφετερισμό» οικονομικών μεθόδων των ιδιωτών από το κράτος (εμείς που πληρώνουμε βλάκες είμαστε, η υπεραξία δεν είναι για εμάς;) σε ακραιφνή του πόθο για οτιδήποτε συμβαίνει και τυχαίνει να ακουστεί στις ειδήσεις των 8, εκτός βέβαια από την δική του προσωπική εργασία (εκεί είναι καλύτερη η σιγουριά).

Και παρόλο που κάπου εδώ φαντάζει ότι το άρθρο αυτό θα έπρεπε να φτάσει στο τέλος του έχοντας βρει την ιδανική λύση, θα τολμήσω, με ντροπή και όνειδος είναι η αλήθεια, να εκφέρω και μια διαφορετική άποψη, κάποιων άλλων ανώριμων αμόρφωτων, που θέλουν εγωιστικά να γίνεται πάντα το δικό τους βάζοντας στην άκρη τα συμφέροντα των πολλών. Παρότι καταδικάζω αυτές τις απαίσιες πλευρές του χαρακτήρα αυτών των ανθρώπων θα προσπαθήσω να εντοπίσω και να εξάγω από μέσα μου κάθε έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης και να δώσω τον λόγο και σε αυτούς, έτσι, απλά και μόνο για να φανεί και η ποιοτική διαφορά μεταξύ των δύο αντιδιαμετρικά αντίθετων θέσεων.

Αν η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, τότε μάλλον αυτή η τελευταία έχει αρχίσει να χει μια κάπως μπερδεμένη ή έστω ξεχασιάρα ιδεολογία. Η «πιπίλα» του Καρτέσιου, το περίφημο «dubito ergo cogito, cogito ergo sum» (=αμφισβητώ άρα σκέφτομαι, σκέφτομαι άρα υπάρχω, για τους περίεργους μη λάτρεις των ξένων νεκρών γλωσσών) φαίνεται να έχει εναποτεθεί κάπου στην λήθη των προηγούμενων αιώνων και οι κάποτε σφοδροί αστοί υπερασπιστές της να έχουν κάνει μια εκπληκτική υπέρβαση προς το παρελθόν. Το ότι όμως ξεχάστηκε δε σημαίνει ότι ξαφνικά θα πρέπει να αγνοήσουμε τις αντιφάσεις μεταξύ αυτής της φράσης και της πρακτικής που ακολουθείται σήμερα στο έργο της παιδείας. Γιατί αν κάποιος αμφισβητεί ότι η σκέψη είναι κατά κύριο λόγο προϊόν της παιδείας (ναι έχουμε και μεγάλη κοιλότητα εγκεφάλου, αλλά οι ανθρωπίδες μπορούν να μας απασχολήσουν σε άλλο κείμενο), τότε μια λεξούλα που κάποιοι λένε «επιστήμη» θα πρέπει να μην την είχε σημειώσει στο πίσω μέρος του βιβλίου όταν ήταν μικρός ή να ήταν άρρωστος όταν έγινε αυτό το μάθημα. Και φυσικά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και πλήθος άλλων εκφράσεων (είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θέλουμε, η ελευθερία μας σταματάει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία των άλλων κτλ κτλ κτλ.) και να εντοπίσουμε τις ίδιες αντιφάσεις.

Πώς θα σκεφτώ, θα θέλω, θα γνωρίζω πού είναι αυτά τα όρια της ελευθερίας του άλλου, αν τέλος πάντων κι εγώ ως παιδί, δεν έχω μάθει να χρησιμοποιώ αυτό το καημένο το μυαλό; Και πώς θα μάθω να το χρησιμοποιώ αν δεν έχω λάβει εφόδια από την εκπαίδευση; Και πώς θα την λάβω αν πρέπει να την πληρώσω και δεν έχω τα μέσα; Πώς υπάρχει παιδεία για όλους και μάλιστα δωρεάν, όταν ολοένα και παρεισφρέουν στο εκπαιδευτικό σύστημα οικονομικά συμφέροντα, πώς μπορούμε να μιλάμε για ίσες κοινωνικές ευκαιρίες, ισότητα, ισοτιμία, ισονομία, όταν ξαφνικά γυρνάμε σε αναχρονιστικές μεθόδους διάκρισης (κι άλλο; Πόσο;) του πληθυσμού; Πώς είναι δυνατό το χρήμα, σε μια κοινωνία με τόσο ανεπτυγμένα μέσα παραγωγής, σε μια κοινωνία αφθονίας, να παίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, όχι μόνο στα είδη πολυτελείας, όχι μόνο σε κερδοσκοπικούς σκοπούς ή σε φορείς νόμιμου τζόγου και κλοπής (όχι δεν εννοώ το καζίνο, αν έχετε ακούσει κάτι για διεθνές χρηματιστήριο βέβαια, είμαστε σε καλύτερο δρόμο), αλλά και σε στοιχειώδεις ανάγκες των πολιτών; Μήπως θα πρέπει να βγάζουμε και τα τρόφιμα σε δημοπρασίες;

Αν η απάντησή σας σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι «έτσι» ή κάτι αντίστοιχο (με εξαίρεση την τελευταία που μπορεί να είναι «ναι»), τότε ξαναγυρίστε πίσω και υιοθετήστε την πρώτη άποψη. Καθώς θα γυρνάτε βέβαια, γυρίστε το κεφάλι σας δεξιά και αριστερά, σκεφτείτε την κατάσταση που επικρατεί γύρω σας και ίσως σας έρθουν και εσάς κάποια επιχειρήματα γιατί η παιδεία πρέπει να παρέχεται δωρεάν. Και για να καταθέσω και μια προσωπική άποψη, θεωρώ ότι το ερώτημα και μόνο, το γεγονός ότι κάτι τέτοιο τίθεται ως θέμα καθαυτό, είναι μια προσβολή για τον πολιτισμό, ένα ξεκάθαρο δείγμα της κοινωνικής παρακμής που μαστίζει την εποχή μας. Τα συμπεράσματα δικά σας.

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

ΠΕΡΙ ΘΕΣΜΩΝ

Θεσμοί. Μια λέξη που κρύβει τόσα νοήματα, τόσες δυνατότητες, τόσα δικαιώματα, τόσες υποχρεώσεις. Τι είναι οι θεσμοί; Ποια η λειτουργία τους; Για ποιον λόγο υπάρχουν και ποιες οι προϋποθέσεις ύπαρξής τους ή κατάργησή τους;
Δε νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ζούνε στην σημερινή πραγματικότητα και θα μπορούσαν να φανταστούν μια κοινωνία χωρίς θεσμικό πλαίσιο. Ίσως όχι το θεσμικό αυτό πλαίσιο όπως υφίσταται σήμερα αλλά ένα σύστημα θεσμών γενικού χαρακτήρα, μια κοινωνία που να λειτουργεί στη βάση των θεσμών. Στη σύγχρονη αστική σκέψη, και χρησιμοποιώ έναν μαρξιστικό όρο τον οποίο βρίσκω εύστοχο, όπως θα κάνω πιθανόν και στην συνέχεια, χωρίς όμως να θέλω να χρωματίσω το κείμενο πολιτικά, λέξεις όπως θεσμοί, κράτος, γραφειοκρατία χρησιμοποιούνται κατά κόρον για να υποστηρίξουν την ελευθερία έναντι στην αποκαλούμενη από αυτούς αναρχία, έναντι σε μια κατάσταση όπου δε θα υπάρχει καμιά εξουσία να άρχει και να βρίσκεται υπεράνω των κοινωνικών σχέσεων. Οι θεσμοί λοιπόν είναι απαραίτητοι και αυτό φαίνεται από την χρηστή λειτουργία την οποία διαφυλάσσουν και η οποία χωρίς αυτούς θα ήταν τουλάχιστον επισφαλής, για να μην πούμε αδύνατη.
Το σημείο στο οποίο θα ήθελα να εστιάσουμε την προσοχή μας για να κατανοήσουμε την αντιφατικότητα μιας τέτοιας δήλωσης είναι η ίδια η λειτουργία των θεσμών. Είναι κοινός τόπος ότι μια κοινωνία θα λειτουργεί ιδανικά όταν και οι θεσμοί της θα λειτουργούν ιδανικά, όταν δηλαδή, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σήμερα, οι θεσμοί, δηλαδή όσοι είναι εντολοδόχοι της τήρησής τους, καταφέρουν να υλοποιήσουν αυτά τα οποία θεωρητικά ρυθμίζουν, τις ελευθερίες που παρέχουν και τους περιορισμούς που θέτουν. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία του σήμερα για παράδειγμα, σε ένα «ιδεατό» φιλελεύθερο καθεστώς, όπου όλες οι ελευθερίες θα ναι θεσμοθετημένες, όπου η αξιοκρατία θα ναι ο απαράβατος κανόνας, όπου τα πάντα θα ναι ανοιχτά και όπου η θεμελιώδης αστική ρήση «η ελευθερία του ατόμου σταματάει εκεί όπου ξεκινάει η ελευθερία του άλλου» θα πραγματώνεται στο 100%. Τι σημαίνει αυτό στην πραγματικότητα;
Η τήρηση των θεσμών και η διασφάλισή τους από οτιδήποτε τους παραβιάζει είναι υποχρέωση και δικαίωμα όλων μας. Εφόσον είμαστε πολίτες κάποιου κράτους το οποίο ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις με συγκεκριμένους θεσμούς, ώστε να προστατεύσει την πολιτεία από πραξικοπηματικές πράξεις κάθε είδους, είναι ευθύνη όλων μας να τους συντηρούμε και να τους προστατεύουμε, μεταρρυθμίζοντάς τους όπως προβλέπουν οι ίδιοι οι θεσμοί, όταν υπάρχει πραγματικός λόγος για μια τέτοια μεταρρύθμιση. Από τον άμεσα θεσμικά υπεύθυνο της υποστήριξης αυτού του πλαισίου, που είναι ο εκάστοτε αρχηγός του κράτους και ο οποίος επωμίζεται σαφώς μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης, ως τον τελευταίο αδαή πολίτη της ίδιας χώρας, όλοι λίγο ή πολύ και ο καθένας με τον δικό του τρόπο είμαστε συνυπεύθυνοι απέναντι στην καταπάτηση των θεσμών, η οποία αυτομάτως σημαίνει ότι κάποιος, αλλά κυρίως όλοι μαζί, δεν κάνουμε «σωστά την δουλειά μας». Η κοινωνία είναι μια διαρκώς μεταλλασσόμενη νοοτροπία, μια κοινή βάση ιδεών που άλλοι την εκλαμβάνουν και την πραγματεύονται σε βάθος και άλλοι την κοιτάν επιφανειακά και μένουν προσκολλημένοι σε αυτή την επιφάνεια, αλλά σε κάθε περίπτωση η καταστρατήγηση των θεσμών αποτελεί μέρος της κουλτούρας μας και επομένως δεν είναι μια εξαίρεση της εξουσίας, δεν προκύπτει αποκλειστικά από ανθρώπους που βρίσκονται άτυπα στο απυρόβλητο των θεσμών επειδή είναι οι τυπικοί προστάτες τους. Φυσικά οι σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργούν κατά κάποιο τρόπο αυτές τις συνθήκες, για αυτό και οποιοσδήποτε βρισκόταν σε μια τέτοια ισχυρή θέση θα γοητευόταν από τις δυνατότητες υπερκερασμού των θεσμών, αυτό όμως δεν αποτελεί ουσιαστικά μια κατηγορία έναντι της εξουσίας, αλλά μια κατηγορία εναντίον των ίδιων των θεσμών, οι οποίοι δίνουν την δυνατότητα σε ορισμένους να λαμβάνουν τέτοιες θέσεις και από αυτές να χρησιμοποιούν προς όφελός τους τα ιδανικά που υποτίθεται προστατεύουν.
Οι θεσμοί λοιπόν ενέχουν αυτό το αρνητικό στοιχείο. Παρ’όλα αυτά ας σκεφτούμε μια κοινωνία που πετυχαίνει την υπέρβαση και αφήνει πίσω της αυτό το αρνητικό, μια κοινωνία που καταφέρνει να υπερπηδήσει τις σχέσεις εξουσίας που δημιουργούνται και να χτίσει μια πολιτεία όπου οι θεσπισμένοι κανονισμοί ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων τηρούνται και ως προς το γράμμα και ως προς το πνεύμα (το πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό δεν είναι σκοπός αναζήτησης του συγκεκριμένου πονήματος, όμως το εφικτό αυτής της υπέρβασης είναι απαραίτητο στοιχείο, ώστε να κατανοήσουμε την ουσιαστική αντίφαση των θεσμών, πέρα από το «απλό» αρνητικό σημείο των σχέσεων εξουσίας). Ποια είναι η ουσία ενός τέτοιου επιτεύγματος; Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αυτόματα μια ιδανική σχέση μεταξύ των μελών της κοινωνίας αυτής. Για παράδειγμα, υπάρχει ο θεσμός του σεβασμού της ζωής του άλλου, πράγμα που σημαίνει ότι σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται κάποιος να αφαιρέσει την ζωή κάποιου άλλου και σε περίπτωση που το παραβεί αυτή την απαγόρευση, απειλείται με κυρώσεις. Υπάρχει λοιπόν το στοιχείο της απαγόρευσης το οποίο λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας για κάποιον που επιθυμεί να σκοτώσει κάποιον συνάνθρωπό του. Στην ιδεατή κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω, ο θεσμός αυτός θα τηρούνταν απόλυτα. Και χωρίς την ύπαρξη του θεσμού αυτού όμως, ελάχιστους ανθρώπους θα μπορούσα να σκεφτώ, οι οποίοι δε θα προέβαιναν σε μια τέτοια πράξη λόγω φόβου της κύρωσης. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μάθει από την παιδεία τους, μέσα στην οποία φυσικά περιέχεται και η προϋπάρχουσα γνώση των θεσμών, ότι η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής είναι ούτως ή άλλως κατακριτέα και δε θα υπήρχε περίπτωση να προβούν σε τέτοια ενέργεια ακόμα και αν δεν υπήρχε η απειλή κυρώσεων. Αυτός ο χαρακτήρας των ανθρώπινων σχέσεων αποτελεί αποτέλεσμα εξέλιξης, καθώς πλέον οι άνθρωποι μπορούν να συνειδητοποιήσουν από μόνοι τους την σημασία ενός σεβασμού προς τον άλλον άνθρωπο χωρίς αυτό να χρειάζεται να τους επιβληθεί. Έτσι λοιπόν, η εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων φαίνεται να συμβαδίζει με την εξέλιξη του σεβασμού των θεσμών.
Και εδώ είναι το κύριο σημείο παρατήρησης. Ο θεσμός που απαγορεύει και απειλεί με κυρώσεις τον οποιονδήποτε προσπαθήσει να παραβιάσει τους θεσμούς (καταπατώντας με ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ τρόπο το νόημά τους), δεν έχει γίνει ακόμα συνείδηση. Ο οποιοσδήποτε βρεθεί έστω και να έχει μια κατ’επίφαση εξουσιαστική θέση μπαίνει στον πειρασμό να απαρνηθεί τους θεσμούς προς ίδιον όφελος. Εφόσον όμως κάνουμε λόγο για μια ιδεατή κατάσταση, ας σκεφτούμε ότι δεν υπάρχει ΚΑΝΕΝΑΣ ο οποίος να σκέφτεται από οποιαδήποτε θέση να προχωρήσει σε έναν εκφυλισμό του θεσμικού πλαισίου. Αυτό θα σημαίνει ότι η κοινωνία εν γένει θα έχει εμπλέξει στην κουλτούρα της τον σεβασμό προς τους θεσμούς, ο οποίος δε θα είναι πλέον αποτέλεσμα κάποιου φόβητρου αλλά γέννημα των εξελιγμένων κοινωνικών σχέσεων, όπου ο άνθρωπος θα είναι σε θέση από μόνος του να καταλαβαίνει ότι κατ’ ουσίαν μια τέτοια παραβίαση δε διαφέρει από την αφαίρεση μιας ζωής, καθώς διαταράσσει το κοινωνικό πλαίσιο. Ο απόλυτος σεβασμός των θεσμών λοιπόν δεν μπορεί να αποτελεί το τελικό στάδιο της ιδανικής κοινωνίας. Γιατί ο απόλυτος σεβασμός των θεσμών, οι οποίοι ας μην ξεχνάμε είναι αυτοί που ορίζουν τις κοινωνικές σχέσεις, σημαίνει αυτόματα και τον απόλυτο σεβασμό των κοινωνικών σχέσεων, τον απόλυτο σεβασμό στον άνθρωπο και επομένως η προαναφερθείσα ρήση πλέον αλλάζει. Η ελευθερία του ανθρώπου είναι απόλυτη και απεριόριστη, δεν εμποδίζεται από τίποτα, ούτε από την ελευθερία του άλλου, γιατί δεν υπάρχει η έννοια της ελευθερίας κανενός, η ελευθερία είναι κοινή και είναι απόρροια του αμοιβαίου σεβασμού, όπου το καθετί δε θα γίνεται με βάσει εγωιστικά κριτήρια αλλά με βάση τον κοινό συμφέρον που θα επιβάλλεται συνειδησιακά και επομένως οι θεσμοί και οι ελευθερίες θα ναι λέξεις κενές περιεχομένου.
Καταλήγοντας, ας βγάλουμε κάποιο γενικό συμπέρασμα. Η ιδεατή κοινωνία είναι μια κοινωνία όπου τα όσα οι θεσμοί επιβάλλουν θα λειτουργούν άψογα. Μια τέτοια κοινωνία όμως πρέπει να χει την απαραίτητη πολιτισμική βάση να σέβεται όχι μόνο τα όσα οι θεσμοί επιτάσσουν αλλά κυρίως τους θεσμούς αυτούς καθαυτούς. Αυτό προϋποθέτει την κατανόηση που θα εξελιχθεί σε συνείδηση του ότι οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι μέσο υλοποίησης προσωπικών οφελών αλλά σχέσεις που προϋποτίθενται, ώστε να διάγουμε όλοι ένας προς έναν και όλοι ως σύνολο έναν ευτυχισμένο βίο, απαλλαγμένο από αντιφάσεις που μας καθιστούν αδύναμους και ανειλικρινείς απέναντι στους εαυτούς μας. Έτσι λοιπόν, όταν οι θεσμοί γίνουν βίωμα και η τήρησή τους (κυρίως ως προς το πνεύμα) αποτελεί κοινωνικό δεδομένο, τότε ο λόγος ύπαρξής τους δε θα υφίσταται πια. Οι θεσμοί επομένως είναι απαραίτητοι σε ένα πρώτο στάδιο για την αποφυγή μιας ανεξέλεγκτης άναρχης κατάστασης, είναι όμως περιττοί και αντιφατικοί όταν λειτουργούν χωρίς να υπάρχει λόγος να λειτουργούν, όταν δηλαδή τα όσα προσπαθούν να ρυθμίσουν είναι κεκτημένα. Απαραίτητο στοιχείο της κοινωνικής εξέλιξης είναι όχι η κατάργηση των θεσμών, αλλά η σταδιακή απονέκρωσή τους.

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ


Ακραίος τίτλος θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος. Αλλά δεν ξέρω, πάντα μ’άρεσε να το λέω και ενδόμυχα ίσως και να το πίστευα. Μέχρι ενός σημείου δηλαδή, γιατί εγώ δεν περπατάω στο νερό, άλλωστε και στο έδαφος πάλι ψιλοβαριέμαι, ούτε δημιουργώ ψωμιά, ούτε κάνω το νερό κρασί, γενικά δεν είμαι καθόλου εντυπωσιακός ως θεός, θα λεγα μάλλον ότι είμαι βαρετός. Η μόνη μου ελπίδα να συνταράξω τα πλήθη θα ήταν μάλλον να αναστηθώ όταν πεθάνω, αλλά θα δω τότε πώς θα το κάνω.
Πάντως, πέρα από τα αστεία (δεν ξέρω αν γελάσατε, εγώ για αστεία τα είπα), πάντα με προβλημάτιζε η έννοια του Θεού. Θυμάμαι ήμουν πολύ μικρός όταν άρχισα να απορώ, μια μέρα που τεμπέλιαζα στο χωριό μου στην Θάσο, τι στο καλό μπορεί να ναι αυτός ο κύριος που λέγανε ότι είναι ο μπαμπάς ενός τύπου με μούσια που χε κατέβει στο Ισραήλ και έκανε ολόκληρα σκηνικά μέσα σε 3 χρόνια. Δηλαδή δεν τα σκέφτηκα ακριβώς έτσι, φαντάζομαι θα ήμουν αρκετά πιο ευσεβής στην διατύπωση, αλλά μου φαινόταν από τότε ακατανόητο πώς κάτι υπάρχει πριν να υπάρξει κάτι (έτσι ακριβώς!). Είχα καταχωνιάσει το θέμα στην άκρη του μυαλού μου για πολλά χρόνια, άλλωστε η θρησκοληψία με είχε κυριεύσει σε κάποια περίοδο της ζωής μου ως κάποια μορφή σεβάσμιου σκεπτικισμού, αλλά διάφορα προσωπικά βιώματα, που δεν έχουν να κάνουν βέβαια με υπερφυσικά φαινόμενα που με ώθησαν να πιστέψω στην δύναμη του Κυρίου, αλλά μάλλον με το άλλο άκρο, καθώς και συζητήσεις που κατά καιρούς είχα, με έκαναν μάλλον έναν θρασύτατο άθεο.
Τώρα βέβαια πώς προκύπτει ο τίτλος του κειμένου. Είναι ένα ερώτημα που αναμφίβολα δημιουργείται σε κάποιον που διαβάζει με την δέουσα προσοχή. Η δήλωση αυτή ανάγεται μάλλον στην τρέχουσα άποψή μου για το τι είναι εν τέλει αυτό που λέμε Θεός. Αν δεχτούμε ότι δεν είναι κάποιος ασπρομάλλης χοντρός γεράκος που μένει στα σύννεφα και είναι ντυμένος στα λευκά (ο έτερος ασπρομάλλης χοντρούλης δίπλα με τα κόκκινα είναι ο Αϊ- Βασίλης), ο οποίος παρακολουθεί τις κινήσεις μας και μας ανταμείβει ή μας τιμωρεί μετά θάνατον, αν δεχτούμε ότι δεν είναι κάποιο περίεργο άμορφο άυλο κτλ. πράγμα που βρίσκεται κάπου στο σύμπαν και πέρα από αυτό και ρυθμίζει τα πάντα με μαγικούς τρόπους, αν γενικά δεχτούμε ότι ο Θεός ως έννοια δεν είναι κάτι που να υπερβαίνει την λογική μας και ξεπερνάει τις δυνατότητες κατανόησής μας, τότε ίσως και να συμφωνούμε ότι ο Θεός, αν υπάρχει κάτι με αυτή την έννοια, είναι κάτι απτό και απόλυτα κατανοητό, όπως άλλωστε είμαι και εγώ!
Παρά το γεγονός ότι αυτό το επιχείρημα από μόνο του σίγουρα στάθηκε ικανό να σας πείσει χωρίς καμιά αμφιβολία για την ορθότητα του συλλογισμού μου και του απορρέοντος συμπεράσματός μου, θα προσπαθήσω να αναπτύξω την συγκεκριμένη σκέψη λίγο παραπάνω. Αν ο Θεός είναι κάτι μη κατανοητό και κάτι απλησίαστο για την ανθρώπινη σκέψη, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να το εξετάσουμε, βάζουμε τα ανορθολογιστικά μας πλαίσια γύρω από την σκέψη μας και προχωράμε έχοντας βρει μια υπέροχη δικαιολογία για να καλύψουμε τα πάντα και να νιώθουμε ασφαλείς μέσα στις αντιφάσεις της ανειλικρίνειάς μας. Κι αν αυτό ακούγεται τραβηγμένο και επιθετικό, τότε μάλλον έτσι το θέλησε ο Θεός και άρα δεν ευθύνομαι εγώ για αυτή μου την ενέργεια.
Θεωρώντας όμως κάτι τέτοιο μάλλον αδύνατο, άλλωστε πώς θα μπορούσε να υπάρχει ως έννοια κάτι το οποίο δεν είναι εξηγήσιμο, θα προσπαθήσω να εξετάσω την έννοια του Θεού σαν κάτι ανιχνεύσιμο από την ανθρώπινη αντίληψη και μέσα από αυτό το πρίσμα θα προβώ σε μια προσπάθεια κατανόησής του. Αν ο Θεός είναι η αρχή των πάντων και διέπει τα πάντα, θα μπορούσαμε να θέσουμε τον Θεό στη βάση μιας αντικειμενικής θεωρίας. Δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια αντικειμενικότητα που διέπει όλες τις πτυχές του οποιουδήποτε συμβάντος στο σύμπαν με τέτοιο τρόπο που να μην επηρεάζει την ελευθερία της πράξης ούτε να προκαθορίζει τις εξελίξεις, αλλά να στηρίζει μια διαλεκτική συνοχή στην αλληλουχία των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου. Δυστυχώς οι γνώσεις μου περί φυσικής δεν μου επιτρέπουν να υπεισέλθω σε περισσότερες λεπτομέρειες, σε κάθε περίπτωση πάντως η ύπαρξη μιας αρχής που θα διαπερνά σαν αόρατη κλωστή όλα τα κλαδιά του δέντρου της ύπαρξης, μιας αρχής αντικειμενικής, η οποία βρίσκεται πάνω από το χάος και διαπερνά ακόμα και αυτό το ίδιο, μπορεί να ονομαστεί Θεός.
Γιατί τι είναι εν τέλει ο Θεός της αστικής σκέψης, αν όχι μια τεράστια δύναμη που βρίσκεται υπεράνω όλων; Και ποιος είναι εν τέλει ο σκοπός της διαλεκτικής σκέψης, αν όχι η εύρεση αυτής της αντικειμενικής βάσης, που θα μπορεί να αποτυπωθεί με έναν αριθμό, με έναν νόμο, με μια έννοια; Επομένως ο Θεός, η αρχή αυτή, όχι μόνο είναι δεν είναι ακατανόητη, αλλά πολύ περισσότερο είναι το μόνο πράγμα το οποίο μπορεί να γίνει απόλυτα κατανοητό, διότι είναι το μόνο πράγμα που θέτει την βάση όλων των άλλων χωρίς να χει διακλαδώσεις και εξαιρέσεις. Αν λοιπόν υπάρχει, σκοπός μας είναι να την βρούμε ακόμα και αν τελικά δεν υπάρχει, τότε Θεός δεν είμαι μόνο εγώ, είσαι κι εσύ είμαστε και όλοι μας, όλοι όμως όσοι μπαίνουν στη διαδικασία αυτής της αναζήτησης, γιατί εν τέλει ο καθένας μέσα από τον αυτοσεβασμό και την ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του μπορεί να βρει αυτή την αντικειμενικότητα, αυτό που πραγματώνεται σε όλες τις πράξεις και τις κινήσεις του, στις σκέψεις του και στις αντιδράσεις του. Ο Θεός των μέχρι τώρα κοινωνιών ήταν ένα φόβητρο και μια αφορμή για να δημιουργούνται πολώσεις μέσω θρησκειών που απλά διαχώριζαν τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα όμως είναι το μόνο που μπορεί να ενώσει τους πάντες, διότι είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς, πάνω στο οποίο μπορεί να δομηθεί μια ανθρωπότητα χωρίς αντιφάσεις στην εξέλιξή της, αντιφάσεις που κινδυνεύουν να την οδηγήσουν στον αφανισμό. Θεός λοιπόν δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ο άνθρωπος και η κοινωνία του και αυτό πρέπει να αποτελέσει την βάση κάθε μελλοντικής σκέψης και αναζήτησης.