Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

ΓΕΝΙΚΑ

Χωρίς να έχω τι να κάνω, είπα να θυμηθώ ότι έχω και ένα blog και να γράψω κάτι για να περάσει η ώρα. Ο τίτλος πιστεύω είναι χαρακτηριστικός ως προς το περιεχόμενο του παρόντος κειμένου, και σε περίπτωση που τρέφετε αυταπάτες ότι μπορεί όντως να γράψω κάτι γενικό, θα σας τις διαλύσω αμέσως διαβεβαιώνοντάς σας ότι απλά δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα θα γράψω. Εξού και ο τίτλος.

Τώρα βέβαια, βγαίνει κείμενο έτσι; Μάλλον δύσκολα. Γιατί άντε να γράψω μια παράγραφο, άντε να γράψω δεύτερη, μετά τι θα λέω; Χάνει και το ενδιαφέρον του το κοινό και αποχωρεί και μένει και αυτό αλλά και ο συγγραφέας απογοητευμένος από την όλη έκβαση του πονήματος. Ας προσεγγίσουμε λοιπόν την πραγματικότητα και ας οδηγηθούμε συνειρμικά σε κάποιο σχετικό θέμα.

Είναι καλοκαίρι. Το καλοκαίρι στην Ελλάδα το χουμε εν πολλοίς συνδυάσει με την θάλασσα. Εμένα δεν μ’αρέσει η θάλασσα. Έχω άσχημες αναμνήσεις, είναι η αλήθεια, επομένως ως ψυχολογικό τραύμα θα μπορούσε κάποιος να δικαιολογήσει αυτή μου την παράδοξη αντιπάθεια. Βέβαια ούτε είδα την ζωή μου να χάνεται χαροπαλεύοντας μες στα μανιασμένα κύματα του ωκεανού, ούτε παραλίγο να εγκλωβιστώ μέσα σε αχανείς κοραλλιογενείς υφάλους που με κατάπιναν ρουφώντας κάθε ικμάδα οξυγόνου από μέσα μου, ούτε έπεσα θύμα ύπουλης και αιφνιδιαστικής επίθεσης σφυροκέφαλου καρχαρία ή δολοφόνου φάλαινας. Όχι, η αλήθεια είναι ότι οι άσχημες εμπειρίες τις οποίες προανέφερα δεν έχουν να κάνουν με κάποια χολιγουνγιανού τύπου παραγωγή προθανάτιας προσομοίωσης. Άλλωστε όπως έχω αναφέρει και άλλοτε είμαι αρκετά βαρετός ως άνθρωπος και δεν έχω κάποιο κάρο με συναρπαστικές περιπέτειες που να λειτουργούν ως μπαλαντέρ ελλείψει άλλων θεμάτων και το οποίο να κουβαλώ πάντα μαζί μου ως προσάρτηση στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Αλλά τέλος πάντων θα μου πείτε, γιατί τα λέω όλα αυτά και δεν μπαίνω απ’ευθείας στο θέμα; Γιατί δεν λέω αυτό που έχω να πω να ησυχάσουμε όλοι;

Θα σας κάνω λοιπόν αυτή την υποθετική χάρη, αν και ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι το κείμενο δημιουργείται στην πορεία, είναι δηλαδή σε «ζωντανή μετάδοση» και άρα μην έχετε εξωφρενικές απαιτήσεις. Μικρός λοιπόν θυμάμαι την γιαγιά μου να με ξυπνάει πρωί πρωί, γύρω στις 11 ή 12, που εγώ φυσικά ως παιδάκι πάνω στην ανάπτυξη (όπως και τώρα άλλωστε) κοιμόμουν και να απαιτεί να πάω στην θάλασσα να κολυμπήσω. Σιγά σιγά αυτό μου δημιούργησε κάποιο μίσος για αυτό το αλμυρό νερό που είναι καλό μόνο για να επουλώνει πληγές και άρχισα να το αποφεύγω. Αυτή ήταν και η απαρχή μιας ολόκληρης αναζήτησης και βαθιάς ανάλυσης του θέματος, την οποία για πρώτη φορά, και είστε ιδιαιτέρως τυχεροί για αυτό, την εξωτερικεύω και την χαρίζω απλόχερα σε όλους.

Αυτό το φαινομενικά ασήμαντο γεγονός θα μπορούσε να χει περάσει πλήρως απαρατήρητο από τα φίλτρα που «διύλησαν» τα εκάστοτε τεκταινόμενα της ζωής μου και επηρέασαν καταλυτικά την ψυχοσύνθεσή μου και τον σημερινό μου χαρακτήρα, αν δεν κατάφερνα με το δαιμόνιο μυαλό μου να το συνδυάσω με μια γενικότερη κοσμοθεωρία που είδε αυτή την μαζική θερινή φυγή στη θάλασσα ως μέρος του κοινωνικού όλου και όχι ως μια εγωιστική απέχθεια. Γιατί ναι, όσο κι αν δεν το πιστεύετε, και καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο να το πιστέψετε, μέρες ολόκληρες ώριμων φιλοσοφικών αναζητήσεων με οδηγούσαν βήμα βήμα στην εκ βάσεως κατανόηση αυτού του δύσκολου και δύστροπου θέματος, το οποίο θα ξαναθυμίσω στους μη έχοντες επαρκώς καλή μνήμη, παρουσιάζεται εδώ εντελώς τυχαία και συμπτωματικά, με έναν μαγικό θαρρείς τρόπο.

Δύο είναι τα ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν εδώ. Πρώτον, τι είναι αυτό που οδήγησε σε αυτή τη μαζική ροή ολόκληρων αστικών πληθυσμών προς αναζήτηση του υγρού θαύματος και πώς εξελίχθηκε και δεύτερον το τι σχέση έχει αυτό με την γιαγιά μου, εμένα και όλο μου το σόι; Με το δεύτερο φυσικά θα καταπιαστούμε πολύ πιο εμπεριστατωμένα.

Η σχέση του ανθρώπου με το θαλασσινό στοιχείο μαρτυρείται τόσο ως πάρεργο όσο και ως σχετική με εργασία από αρχαιοτάτων χρόνων. Άλλωστε είναι γνωστό ότι μεγάλοι πολιτισμοί αναπτύχθηκαν σε περιοχές πλούσιες σε νερό, ενώ η θάλασσα, που φυσικά έχει και το περισσότερο, ήταν ανέκαθεν ένα στοιχείο που περισσότερο ένωνε παρά χώριζε τους κατά περιοχή πληθυσμούς. Οι εργασίες σχετικές με τη θάλασσα, εμπόριο, ναυτιλία, αλιεία, επαγγελματικές καταδύσεις, ενοικίαση φουσκωτών κτλ. δε θα μας απασχολήσουν εδώ. Πολύ περισσότερο, όπως άλλωστε θα έχετε αντιληφθεί, θα αναζητήσουμε τις ρίζες της σχέσης του ανθρώπου με τη θάλασσα που οδήγησαν στο σύγχρονο φαινόμενο του θερινού παροξυσμού- μανίας καταδίωξης από την εχθρική σατανική πόλη. Σε αυτό θα μπορούσε να ενταχθεί και το φαινόμενο του διακρατικού τουρισμού με σκοπό την φυγή από τις ψυχρές ζώνες προς αναζήτηση του θείου τρίπτυχου παραλία-ήλιος-θάλασσα, το οποίο μπορούμε να έχουμε υπ’όψιν μας καθόσον θα καταπιανόμαστε με το υπό εξέτασιν θέμα.

Η πρώτη φορά που διαπιστώνουμε ιστορικά σε τέτοια μαζικότητα το κοινωνικό φαινόμενο της εξόρμησης στις παραλίες είναι ο 20ος αιώνας. Και αυτό είναι αναμφίβολα λογικό, καθώς με την ανάπτυξη της τεχνολογίας οι μετακινήσεις έγιναν σαφώς ευκολότερες, ενώ ταυτόχρονα οι νέες σχέσεις παραγωγής και εργασίας έδωσαν την δυνατότητα σχεδόν στον καθένα να βρει τον απαραίτητο χρόνο αλλά και τα χρήματα για μια τέτοια ενέργεια. Ξαφνικά λοιπόν εντοπίζουμε το αναμφίβολα θετικό αυτής της υπόθεσης. Ένας καθοριστικός παράγοντας που συνετέλεσε στην δημιουργία και ανάπτυξη του φαινομένου αυτού είναι η κοινωνική εξέλιξη.

Ας αντικρύσουμε το θέμα από πιο κοντά. Έχουμε σαφώς να κάνουμε με μια ανθρώπινη επιθυμία που αποτελεί συνέπεια των υψηλών θερμοκρασιών που δημιουργούνται. Ο σύγχρονος πολιτισμός προσφέρει απλόχερα τη δυνατότητα κάποιες μέρες του καλοκαιριού να υπερβούμε εύκολα αυτό το εμπόδιο. Αυτή η έξαρση του φαινομένου οδήγησε στον συνδυασμό της καλοκαιρινής αυτής απόδρασης με πολλά άλλα φαινόμενα, όπως τα παιχνίδια στη θάλασσα, τις οργανωμένες παραλίες, τις προκανονισμένες διακοπές κτλ. Επίσης υπάρχει η τάση να συνδυάζεται αυτό και με μια έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη προς την είσοδο στη θάλασσα, την ύπαρξη μαγνητικών πεδίων στο βυθό τα οποία ωθούν τα ανθρώπινα κορμιά και άλλα, αλλά αν εξετάσουμε το θέμα αντικειμενικά η θάλασσα χαρίζει πρώτον δροσιά και δεύτερον αυτό το αίσθημα ελευθερίας και ξεγνοιασιάς που για παράδειγμα δεν το χαρίζει μια μπανιέρα γεμάτη κρύο νερό. Η ηλιοθεραπεία και η ανάγκη για ένα σωστό μαύρισμα, αν κάποιος σέβεται τον εαυτό του το καλοκαίρι, αποτελούν μάλλον συνεπακόλουθα μιας εκμετάλλευσης αυτής της συνήθειας παρά κάποιο βιολογικό ρολόι που αποφασίζει να χτυπήσει τον Ιούνιο. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλές άλλες ταυτιζόμενες με την παραλία σύγχρονες δραστηριότητες.

Ακολουθώντας λοιπόν το φαινόμενο στην ιστορική του πορεία, παρατηρούμε μια σταδιακή αλλαγή του. Αυτό που αρχικά αποτελούσε ανάγκη για να αποφύγουμε την αφόρητη ζέστη μετεξελίχθηκε σε μια αναγκαιότητα. Την αναγκαιότητα που επιτάσσει κάθε καλοκαίρι από μικρά παιδιά να δίνουμε θερμό παρόν στις παραλίες είτε απολαμβάνοντας το καθαρό δροσερό νερό, είτε ξαπλωμένοι σε μια επιδεικτική στάση αντιπαράθεσης με τον ήλιο (σώμα με σώμα ή με το όπλο της ομπρέλας ως αμυντικό μηχανισμό που δείχνει την δυναμική του ανθρώπου απέναντι στα ενοχλητικά φυσικά φαινόμενα). Και η μετάβαση αυτή προς νέα στάδια δε σταμάτησε εκεί. Επιπλέον η παραλία άρχισε να σημαίνει καλογυμνασμένα κορμιά αλειμμένα με τόνους ελαίου για να προσφέρουν το ιδανικό μαύρισμα στον κατά τα άλλα ασήμαντο ασπρουλιάρη μικροαστό (και των 2 φύλων) που μικρό τον έδερναν οι συμμαθητές του επειδή είχε τρύπιες κάλτσες, χώρο αθλητικών εκδηλώσεων με παραγνωρισμένους δυνάμει ολυμπιονίκες να εκτοξεύουν με δύναμη την αερόμπαλά τους στον υποθετικό στόχο που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την εστία ενός υψηλών προδιαγραφών γήπεδο πόλο, σχολή αρχιτεκτονικής με αντισεισμικούς πύργους από λάσπη να ξεφυτρώνουν κατά μήκος και πλάτος της παραλίας από επίδοξους αναβιωτές μεσαιωνικών κατασκευών, και γενικότερα ένα μέρος κοινωνικών ζυμώσεων, όπου διαπλάθονται και αναδύονται οι κατακτήσεις και οι υπερβάσεις του σύγχρονου αστικού πολιτισμού μέσω της αλληλεπίδρασης των διόλου παρακμιακών κοινωνικών φαινομένων που λαμβάνουν χώρα εκεί και ξεδιπλώνουν μπροστά στα μάτια μας μια μικρογραφία της καθημερινότητάς μας, όταν οι μάσκες είναι κάπως πεσμένες.

Και φυσικά για ποιον φυσιολογικό άνθρωπο δεν αξίζει να περάσει ώρες μέσα στο αυτοκίνητό του, υπομένοντας τον ήλιο που τον χτυπάει ακριβώς την στιγμή που θέλει να τον αποφύγει, για ποιον σωστό νομοταγή πολίτη δεν αξίζει να ξοδέψει υπέρογκα ποσά σε ταξίδια που παρέχουν την ευκαιρία πολλαπλάσιας υπεραξίας σε διορατικούς κεφαλαιοκράτες, για ποιον καθώς πρέπει μικροαστό δεν αξίζει να χωθεί στις συνωστισμένες πλαζ και να περιμένει στην ουρά για ένα μπουκαλάκι νερό με τα ίδια άτομα που την προηγούμενη μέρα έβριζε στην αντίστοιχη ουρά της ΔΕΗ- εφορίας- δημόσιου οργανισμού κοινής ωφελείας εν γένει, μόνο και μόνο για να απολαύσει αυτό το υπερθέαμα που περιγράψαμε παραπάνω;

Έχω την εντύπωση ότι με αυτές τις ερωτήσεις μπορούμε να κατανοήσουμε ακόμα πληρέστερα το θέμα και να το θέσουμε στη βάση ενός φαινομένου καθαρής ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Ο σύγχρονος άνθρωπος, έχοντας βιώσει μέσα στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον κάθε θετική και αρνητική πτυχή του, βρήκε έναν τρόπο να μεταφράσει τις ατελείωτες ώρες ρουτίνας, κούρασης και κατάθλιψης σε λίγες ώρες ή έστω μέρες δροσερής ανάπαυσης και, ασυνείδητα συνήθως, ασυνήθιστης κοινωνικής δραστηριότητας. Ίσως αυτή η παρατήρηση να φαντάζει αυστηρή και ανεδαφική, αλλά τι άλλο μας αποδεικνύουν αυτές οι αντιφάσεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά; Ένα υγειές στα αρχικά του στάδια γεγονός προωθήθηκε με τέτοιο τρόπο και έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης έτσι, ώστε πλέον να μιλάμε για ένα από τα πλέον εξέχοντα δείγματα σπατάλης ελεύθερου χρόνου. Κι αν το να αποδειχτεί το πώς έγινε αυτό απαιτεί σελίδες ντοκουμέντων και ιστορικών δεδομένων, τα απότοκά του, τα παραδείγματα δηλαδή που είδαμε προηγουμένως, κάνουν το συμπέρασμα αυτό σχεδόν αυταπόδεικτο. Ο σύγχρονος αστός δε γνωρίζει ακριβώς για ποιον λόγο «σέρνεται» ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατά την περίοδο του καλοκαιριού στη θάλασσα. Ουσιαστικά ωθείται από ένα κοινωνικού χαρακτήρα «πρέπει», μια αδιόρατη υποχρέωση την οποία αδυνατεί τόσο να αποποιηθεί, όσο και να κατανοήσει και η οποία του προσφέρει μια επίφαση ευτυχίας, χωρίς όμως ουσιαστικά να προωθεί οτιδήποτε σημαντικό και ουσιαστικό.

Και ίσως κάπου εδώ να μπορούμε να εντοπίσουμε και το πώς «κολλάνε» τα πρώτα προσωπικά παραδείγματα που έφερα. Είναι αυτή ακριβώς η υφέρπουσα ψευδοϋποχρέωση που ανάγκαζε την γιαγιά την δική μου όπως αντίστοιχα και την γιαγιά του καθενός να με ξυπνάει το πρωί, αυτή η αδυναμία κατανόησης του λόγου ύπαρξης αυτής της συνήθειας εξόρμησης στη θάλασσα που προσδιόριζε την κίνηση αυτή ως έναν αλλόκοτο αόριστο αυτοσκοπό των διακοπών, ελαχιστοποιώντας την σημασία οποιασδήποτε άλλης ενέργειας δεν σχετιζόταν με αυτόν. Αποφεύγω την θάλασσα όχι επειδή μου φέρνει άσχημες εμπειρίες των δικών μου καλοκαιριών, αλλά επειδή αναδεικνύει για μένα το σημείο παρακμής που έχουν φτάσει οι σημερινές κοινωνικές συνθήκες.

Η τελευταία παράγραφος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο επίλογος. Όχι όμως για τον ψαγμένο υπέροχο προσεκτικό και πανέξυπνο αναγνώστη (και φυσικά εγώ μόνο τέτοιους έχω), ο οποίος με την καταπληκτική του μνήμη θυμάται ακόμα από πού ξεκίνησε αυτό το κείμενο. Θα ξανατονίσω με κάθε ειλικρίνεια ότι το θέμα που επιλέχθηκε ήταν εντελώς τυχαίο και δεν είχα κανέναν σκοπό να γράψω για αυτό. Ξεκίνησα να γράφω απλά με σκοπό να γράψω κάτι και, προφανώς επειδή το συγκεκριμένο θέμα το είχα θίξει σχετικά πρόσφατα και είναι και επίκαιρο, ήταν το πρώτο που μου ήρθε. Νομίζω ότι το πείραμά μου μπορεί κάπου εδώ να τελειώσει. Η περαιτέρω τύχη του, η επιτυχία ή η αποτυχία του δεν επαφίεται πλέον στις δικές μου ικανότητες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου